Saturday, November 12, 2005

Η ΑΚΡΟΓΙΑΛΙΑ - ΠΡΑΞΗ ΤΡΙΤΗ

ΣΚΗΝΗ ΔΩΔΕΚΑΤΗ

Η Μαριγώ και η Αντριάνα ολοκληρώνουν τις προετοιμασίες. Τα τραπεζάκια έχουν γίνει ένα μεγάλο τραπέζι, σκεπασμένο με λευκά τραπεζομάντιλα. Βάζουν επάνω βάζα με λουλούδια.

ΜΑΡΙΓΩ: Άντε να δούμε τι θα γίνει…

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Άγιε μου Χριστόφορε, κάνε το θαύμα σου, να πάνε όλα καλά…

ΜΑΡΙΓΩ: Πάντως, ό,τι και να συμβεί, εμείς τον Αργύρη και τα μάτια μας…

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Αχ, ναι! Μα κι αυτός, γιατί θέλησε να τους κουβαλήσει εδώ και μάλιστα όλους μαζί; Χάθηκε τόση Αθήνα;

ΜΑΡΙΓΩ: Θα σκέφτηκε πως έτσι είναι καλύτερα… Να δουν και την ακρογιαλιά που θα πουληθεί, να μη νομίζουν ότι τους λέει παραμύθια…Ξέρω κι εγώ; Τελευταία δεν μπορώ να τον καταλάβω…

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Εγώ ποτέ μου δεν τον καταλάβαινα…

ΜΑΡΙΓΩ: Φτιάχνει σχέδια με το μυαλό του και περιμένει ότι θα βγούνε αληθινά, κατά γράμμα… Αλλά δεν υπολογίζει ότι οι άλλοι μπορεί να κάνουνε ετούτο, μπορεί όμως να κάνουνε και το άλλο, το αντίθετο στα σχέδια του.

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Είναι, όμως, καλόψυχος…

ΜΑΡΙΓΩ: Για τους δικούς του, ναι, θυσία γίνεται…

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Δεν είπα αυτό…

ΜΑΡΙΓΩ: Κατάλαβα τι είπες, εσύ δεν κατάλαβες τι σου απάντησα! Δεν είναι όμως καιρός για τέτοιες κουβέντες… Σε λίγο θα έρθουν τα παιδιά.

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Αν έρθουν…

ΜΑΡΙΓΩ: Θα έρθουν, να είσαι σίγουρη… Ποιος λέει όχι στο χρήμα;

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Δε θα έρθουν για τον πατέρα τους;

ΜΑΡΙΓΩ: Τόσα χρόνια μεγάλωσαν με τη μάνα τους, ένας Θεός ξέρει τι τους έχει πει γι αυτόν. Θα πιστεύουν ότι ο Αργύρης είναι κανένα τέρας, με κέρατα…

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Κέρατα;

ΜΑΡΙΓΩ: Έλα τώρα κι εσύ… Μου ξέφυγε… Τα παιδιά θα έρθουν, εκείνη θα έρθει;

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Λες να μην έρθει;

ΜΑΡΙΓΩ: Δεν το πιστεύω… Και καλύτερα να μη φανεί από δω… Εμείς, θα κάνουμε τα πικρά γλυκά, για χάρη του Αργύρη δηλαδή, αλλά η Αλκμήνη τι φταίει; Γιατί ο λεγάμενος το είπε, του ξέφυγε και το ξεφούρνισε, την αγαπάει ακόμα την κυρία… γι’ αυτό δεν στεφανώνεται την Αλκμήνη! Νάχει η κοπέλα αυτό το αγκάθι, να τη βλέπει κιόλας να γυροφέρνει στην αυλή της… Και που το ξέρεις αν δεν ξανασμίξουν με τον Αργύρη;

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Άγιε μου Χριστόφορε! Τι λες εκεί;

ΜΑΡΙΓΩ: Πολύ θέλει; Ο Αργύρης πετάει τη σκούφια του… Κι αυτή, τι έχει εναντίον του; Σκότωσε το χωροφύλακα επειδή την αγαπούσε και δεν ήθελε να τη χάσει… Στο κάτω κάτω είναι ακόμα παντρεμένοι – και ξαφνικά νάσου πάλι ο Αργύρης και μάλιστα πλούσιος… Γιατί όχι;

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Και η Αλκμήνη;

ΜΑΡΙΓΩ: Εμένα ρωτάς; Ρώτησε τον Αργύρη!

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Με τι ψυχή θα τη διώξει;

ΜΑΡΙΓΩ: Δεν θα χρειαστεί… Άσε, πολλά βάζει ο νους μου… Είναι τόσο περήφανη, τόσο ανόητη, που είναι ικανή να σηκωθεί να φύγει μοναχή της…

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Αποκλείεται! Τον αγαπάει. Πως μια γυναίκα που αγαπάει θα αφήσει τον … αυτόν, ντε, και θα φύγει μοναχή της;

ΜΑΡΙΓΩ: Τώρα μιλάει η πείρα… θα φύγει επειδή τον αγαπάει, δε σκέφτεται τον εαυτό της, σκέφτεται τη δική του διευκόλυνση, ότι η παρουσία της του γίνεται εμπόδιο… Το ζώον!

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Η Αλκμήνη;

ΜΑΡΙΓΩ: Ο αδελφός μας! Έχει στα χέρια του το χρυσάφι κι αυτός ονειρεύεται τα κάρβουνα… Αλλά και η Αλκμήνη, άλλο ζώον! Αφού τον αγαπάς, πάλεψε, αγωνίσου, μίλησε, κλάψε, φώναξε, απαίτησε! Αυτή ρίχνει κάτω τα μάτια, δε λέει κουβέντα και περιμένει ότι ο Αργύρης θα καταλάβει από μόνος του ποια τον αγαπάει… Είκοσι χρόνια μαζί του, δεν τον έχει μάθει ακόμα, νομίζει ότι τα λόγια του είναι νόμος, τον πιστεύει…

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Τι να κάνει κι αυτή… Δεν είδες που έφυγε με τα παιδιά από το πρωί, θα έρθουν, λέει, αργότερα…

ΜΑΡΙΓΩ: Μην τη λυπάσαι την Αλκμήνη… Έχει τα παιδιά της! Ο προκομμένος ο αδελφός μας να δούμε ποιόν θα έχει στο τέλος… Τι είν’ αυτό που ακούγεται; Αυτοκίνητο! Σταμάτησε απέξω.

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Κατεβαίνει μια κοπέλα…

ΜΑΡΙΓΩ: Η Γαλήνη!

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Θεέ μου…

ΜΑΡΙΓΩ: Άγιε μου Χριστόφορε και Άγιοί μου Πάντες… Αυτή είναι, το καταλαβαίνω. Από δω έλα, από δω… (Μπαίνει η Γαλήνη).

ΓΑΛΗΝΗ: Είναι… του Αργύρη;

ΜΑΡΙΓΩ: Γαλήνη… Με θυμάσαι;

ΓΑΛΗΝΗ: Η θεία Αντριάνα…

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Εγώ είμαι η Αντριάνα… Αυτή είναι η Μαριγώ… (Αγκαλιάζονται, κλαίνε).

ΓΑΛΗΝΗ: Ο πατέρας… που είναι;

ΜΑΡΙΓΩ: Εδώ είναι… Νάτος, μπροστά στην θάλασσα, στα βραχάκια, γυρίζει τη μια σούβλα… Την άλλη τη γυρίζει ο Στέλιος…

ΓΑΛΗΝΗ: Αυτός… Θεέ μου…

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Κόρη μου, ησύχασε…

ΓΑΛΗΝΗ: Να ησυχάσω… Τόσα χρόνια, κάθε νύχτα πριν κοιμηθώ τον ονειρευόμουνα με τα μάτια ανοιχτά… Γιατί τον θυμόμουνα, την αγκαλιά του, το γέλιο του… Και τη μέρα του γάμου μου έκλαιγα, γιατί δεν ήταν ο πατέρας εκεί, γιατί είχε πεθάνει…

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Είχε πεθάνει;

ΓΑΛΗΝΗ: Έτσι μας είχε πει η μάνα… και χτες ήρθε εκείνος ο δικηγόρος στο σπίτι με το απίστευτο μήνυμα, ο πατέρας μας καλεί… Δεν έκλεισα μάτι, δεν έβλεπα την ώρα να ξημερώσει… Μη με κρατάτε, πάω… (φεύγει).

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Στάσου λίγο, να μας πεις…

ΜΑΡΙΓΩ: Θεέ μου, τον έφτασε… την είδε… αγκαλιάζονται… Κλαίνε, Αντριάνα, κλαίνε…

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Της πιάνει το πρόσωπο στις παλάμες του και την κοιτάζει… Της φιλάει τα χέρια… Την αγκαλιάζει πάλι….

ΜΑΡΙΓΩ: Αχ, Αργύρη, πόσο δίκιο είχες…

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Τι φωνάζει ο Στέλιος;

ΜΑΡΙΓΩ: Το αρνί καίγεται… Ο Αργύρης δεν δίνει σημασία, έχει τη Γαλήνη στην αγκαλιά του…

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Τι κάθεσαι, τρέχα! Να σώσουμε το αρνί… (φεύγουν).

ΣΚΗΝΗ ΔΕΚΑΤΗ ΤΡΙΤΗ

Μπαίνουν ο Γρηγόρης κι ο Νικόλας.

ΓΡΗΓΟΡΗΣ: Από δω πρέπει να είναι…

ΝΙΚΟΛΑΣ: Είσαι σίγουρος ότι αυτό είναι το αυτοκίνητο της Γαλήνης;

ΓΡΗΓΟΡΗΣ: Σίγουρος. Έλα! Α, νάτοι, όλοι μαζεμένοι στην ακρογιαλιά… Ψήνουν αρνί και κοκορέτσι…

ΝΙΚΟΛΑΣ: Και εδώ βλέπω ετοιμασίες… τραπέζια, λουλούδια…

ΓΡΗΓΟΡΗΣ: Καλύτερα να λείπανε ολ’ αυτά…

ΝΙΚΟΛΑΣ: Μα τι θέλει τώρα αυτός; Μετά από όσα έκανε;

ΓΡΗΓΟΡΗΣ: Εγώ πάντως δεν πρόκειται να τον συγχωρήσω ποτέ!

ΝΙΚΟΛΑΣ: Έμπλεξε σε καυγά και σκότωσε άνθρωπο… και μετά που βγήκε από τη φυλακή τάφτιαξε με μια παρδαλή και ούτε ρώτησε ποτέ για τα παιδιά του…

ΓΡΗΓΟΡΗΣ: Έχει δίκιο η μάνα που δεν ήθελε να τον ξαναδεί…

ΝΙΚΟΛΑΣ: Η μάνα έχει δίκιο, αυτός όμως έχει τα στρέμματα που βλέπεις ένα γύρω…

ΓΡΗΓΟΡΗΣ: Δεν είναι ντροπή, να θέλουμε τα λεφτά του και να μη θέλουμε αυτόν;

ΝΙΚΟΛΑΣ: Δεν είναι ντροπή να σκοτώνεις άνθρωπο; Δεν είναι ντροπή να είσαι μεθύστακας, να μην ενδιαφερθείς ποτέ για τα παιδιά σου…

ΓΡΗΓΟΡΗΣ: Η καημένη η μάνα, μας έλεγε ότι έχει πεθάνει…

ΝΙΚΟΛΑΣ: Τι να μας πει; ότι τάχει με μιαν άλλη και ζουν μαζί και έχουν και παιδιά;

ΓΡΗΓΟΡΗΣ: Πόσα παιδιά;

ΝΙΚΟΛΑΣ: Δεν ξέρω. Πάντως, όσα περισσότερα, τόσο το χειρότερο, θα λιγοστεύουν τα δικά μας τα μερτικά.

ΓΡΗΓΟΡΗΣ: Γιατί; θα πάρουν μερτικό και τα μπάσταρδα;

ΝΙΚΟΛΑΣ: Να είσαι βέβαιος… Αυτοί, βλέπεις, ζούνε μαζί.

ΓΡΗΓΟΡΗΣ: Κακό αυτό.

ΝΙΚΟΛΑΣ: Δεν την έχει παντρευτεί αυτήν, ούτε και μπορεί να το κάνει όσο δεν υπάρχει διαζύγιο, αλλά τα μπάσταρδα μπορεί να τα αναγνωρίσει…

ΓΡΗΓΟΡΗΣ: Μα για δες τους όλους, αγκαλιές, γέλια… Οι δυο μεγάλες εκεί κάτω, πρέπει να είναι θείες μας.

ΝΙΚΟΛΑΣ: Αντριάνα και Μαριγώ, μας είπε η μάνα στο τηλέφωνο.

ΓΡΗΓΟΡΗΣ: Αυτός ο κρεμανταλάς που γυρίζει τη σούβλα, ποιος νάναι;

ΝΙΚΟΛΑΣ: Μεγάλος μου φαίνεται για γιος… Αλλά που να ξέρω;

ΓΡΗΓΟΡΗΣ: Δες τη Γαλήνη, δεν τον αφήνει στιγμή τον πατέρα της…

ΝΙΚΟΛΑΣ: Άλλο και τούτο… Γιατί τέτοια χαρά; Στο κάτω κάτω αυτή είναι η μόνη που δεν έχει οικονομικό πρόβλημα…

ΓΡΗΓΟΡΗΣ: Ας είναι καλά ο γαμπρός μας, ο εργολάβος… Έχει χτίσει τη μισή Αθήνα… Βλέπεις, αυτοκίνητο η Γαλήνη…

ΝΙΚΟΛΑΣ: Κι εμείς με το βρωμολεωφορείο ως τον Πειραιά και μετά μισή ώρα ποδαρόδρομο…

ΓΡΗΓΟΡΗΣ: Ας συγχωράει τη μάνα, που της τον βρήκε, αλλιώς θα δούλευε ακόμα μοδίστρα…

ΝΙΚΟΛΑΣ: Η άτιμη η φτώχεια, δεν υποφέρεται… αλλά κι αυτός ήταν ξαναπαντρεμένος και είκοσι χρόνια μεγαλύτερος…

ΓΡΗΓΟΡΗΣ: Και λοιπόν; Δεν της έκανε τρία παιδιά; Δεν την έχει με τη βίλα της, με το αμάξι της, τα λούσα της; Τι θα πει μεγαλύτερος; Ας έβρισκα κι εγώ μια με λεφτά, θα την παντρευόμουνα, ας ήτανε κι εξηντάρα!

ΝΙΚΟΛΑΣ: Το λες τώρα, αλλά δεν θα το έκανες… Η παλιανθρωπιά χρειάζεται ταλέντο, κι εμείς δεν τόχουμε αυτό το χάρισμα…

ΓΡΗΓΟΡΗΣ: Η Γαλήνη όμως τόχει! Μια χαρά τον παράτησε το Γιάννη της, για να παντρευτεί τον εργολάβο!

ΝΙΚΟΛΑΣ: Ο Γιάννης! Έκοβε ο κακομοίρης το τσιγάρο με το ξυραφάκι στη μέση, να καπνίσει μισό το πρωί και μισό το βράδυ…

ΓΡΗΓΟΡΗΣ: Γι’ αυτό σου λέω, αν βρισκόταν η γριά με τα λεφτά, θα ορμούσα…

ΝΙΚΟΛΑΣ: Εγώ όχι… να μου λείπει.

ΓΡΗΓΟΡΗΣ: Αφού είσαι τσιμπημένος με την Κοκινιώτισσα…

ΝΙΚΟΛΑΣ: Κάνε μου τη χάρη!

ΓΡΗΓΟΡΗΣ: Έλα, καημένε, ηρέμησε, τα περάσαμε κι εμείς αυτά… Τώρα τι γίνεται… Νικόλα, πρόσεξε… να μη δείξουμε τίποτα… αυτή είναι η ελπίδα μας, να ξελασπώσουμε…

ΝΙΚΟΛΑΣ: Έχεις δίκιο… κι αν τον καταφέρουμε ν’ αφήσει απέξω τους άλλους….

ΓΡΗΓΟΡΗΣ: Καλά θα ήτανε. Αλλά και πάλι είμαστε πέντε.

ΝΙΚΟΛΑΣ: Γιατί πέντε; Υπολογίζεις και τις μικρές;

ΓΡΗΓΟΡΗΣ: Αδελφές μας είναι κι αυτές…

ΝΙΚΟΛΑΣ: Ναι, αλλά δεν είναι παιδιά δικά του, και…

ΓΡΗΓΟΡΗΣ: Έλα, ντρέπεσαι να πεις ότι είναι κι αυτές μπάσταρδα;

ΝΙΚΟΛΑΣ: Πάψε! Η μάνα…

ΓΡΗΓΟΡΗΣ: Η μάνα, εντάξει… Έπρεπε να μας μεγαλώσει… Αλλά κι αυτό, να κάνει δυο παιδιά ακόμα…

ΝΙΚΟΛΑΣ: Κι ούτε που ξέρουμε τον πατέρα τους. Αυτές τις πηγαίνει και τον συναντάνε, αλλά εμάς δεν μας έχει παρουσιάσει ποτέ…

ΓΡΗΓΟΡΗΣ: Και τι να του πει; Αποδώ τα νόμιμα παιδιά μου; Θα πει κι αυτός χαίρω πολύ, ουστ από δω…

ΝΙΚΟΛΑΣ: Αν είναι ένας…

ΓΡΗΓΟΡΗΣ: Ένας είναι… και μη λέμε πολλά για δαύτον, γιατί απ’ αυτόν ζούμε όλοι ακόμα, κουτσά στραβά…

ΝΙΚΟΛΑΣ: Τι να κάνουμε; Με τα λεφτά που παίρνουμε από τις δουλειές μας δεν μπορούμε να έχουμε ούτε τα στοιχειώδη… Καλά που η μάνα έχει αναλάβει και πληρώνει το νοίκι μας…

ΓΡΗΓΟΡΗΣ: …και μας φέρνει κάθε τόσο τα καλάθια γεμάτα!

ΝΙΚΟΛΑΣ: Αλλά κι αυτός, ο πατέρας της Ακριβής και της Κωνσταντίνας λέω, να τις βάλει σε σπίτι κοντά στο δικό του, αλλά εμάς να μη θέλει να μας δει, ποτέ, ούτε καν να περνάμε από κει…

ΓΡΗΓΟΡΗΣ: Υπάρχουν και χειρότερα!

ΝΙΚΟΛΑΣ: Ναι, υπάρχουν… Τι λες, πάμε κι εμείς στην παρέα; Μέχρι εδώ έφτασε η μυρωδιά από τ΄ αρνί…

ΓΡΗΓΟΡΗΣ: Πάμε (φεύγουν).

ΣΚΗΝΗ ΔΕΚΑΤΗ ΤΕΤΑΡΤΗ

Μπαίνει ο Στέλιος.

ΣΤΕΛΙΟΣ: Κάτι μου είπαν να φέρω από την ταβέρνα… Τι, όμως; Καρέκλες, όχι. Μεζέδες, όχι, τα αρνιά κοντεύουν να ψηθούν… Αχ, ναι, κρασί και ποτήρια… Τώρα τελευταία άρχισα να τα μπερδεύω λίγο… Θάναι από την κούραση… (Προχωρά στο βάθος της ταβέρνας. Έρχονται στη σκηνή η Ευτέρπη, η Ακριβή και η Κωνσταντίνα).

ΕΥΤΕΡΠΗ: Εδώ είναι, ελάτε… Τίποτα δεν άλλαξε…

ΑΚΡΙΒΗ: Μαμά, γιατί έδιωξες το ταξί;

ΕΥΤΕΡΠΗ: Γιατί έχει έρθει η Γαλήνη με το αμάξι της. Θα μας γυρίσει αυτή.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ: Να μην αργήσουμε…

ΕΥΤΕΡΠΗ: Μη φοβάσαι, δεν θ΄ αργήσουμε… καθίστε εκεί, στο τραπέζι. Εγώ θα κοιτάξω λίγο ένα γύρω… Α, νάτοι όλοι, στην αμμουδιά… Τα παιδιά, οι αδερφές του… Κάτι τους λέει κι αυτοί γελάνε… Άρχισε κιόλας να ξεφουρνίζει τα αστεία του… Τα παιδιά τον έχουν κυκλώσει, η Γαλήνη στρείδι πάνω του, ο Γρηγόρης κι ο Νικόλας από κοντά… Ξέχασαν κιόλας όσα τους είπα; Αχ, Γαλήνη, εσένα φοβάμαι… Τον είχες στο μυαλό σου και τον αναζητούσες πάντα… Εξαιτίας σου ήρθα ως εδώ και είπα και στα αγόρια να έρθουν… Για να σε περιμαζέψουμε, αυτός είναι ικανός να σε τουμπάρει… (Βγαίνει ο Στέλιος, με κανάτα και δίσκο με ποτήρια).

ΣΤΕΛΙΟΣ: Θα γίνει πανηγύρι σήμερα! Θα… Κυρά Ευτέρπη! Εσύ…

ΕΥΤΕΡΠΗ: Στέλιο!

ΣΤΕΛΙΟΣ: Κυρά Ευτέρπη… να τ ακουμπήσω εδώ… Τι κάνεις;

ΕΥΤΕΡΠΗ: Καλά είμαι Στέλιο… και συ καλά μου φαίνεσαι… μεγάλωσες λίγο…

ΣΤΕΛΙΟΣ: Ναι, αλλά λιγότερο από τους άλλους… εγώ τον κλέβω το χρόνο, γιατί δεν στεναχωριέμαι ποτέ… Είσαι όμορφη, κυρά Ευτέρπη…

ΕΥΤΕΡΠΗ: Νάσαι καλά Στέλιο, μ΄ έκανες και γέλασα…

ΣΤΕΛΙΟΣ: Κι αυτές οι κοπέλες;

ΕΥΤΕΡΠΗ: Κόρες μου. Ο Στέλιος ήταν εδώ …από πάντα.

ΑΚΡΙΒΗ – ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ: Καλημέρα, κύριε Στέλιο…

ΣΤΕΛΙΟΣ: Καλημέρα, καλημέρα… Δεν ξέρεις κυρά Ευτέρπη πόσο στεναχωρέθηκα τότε που… Ξαφνικά έφυγε το αφεντικό, έφυγες εσύ, έφυγαν τα παιδιά… Έμεινα μόνος με τις θείες…

ΕΥΤΕΡΠΗ: Καλά κρατιούνται κι αυτές βλέπω…

ΣΤΕΛΙΟΣ: …και ήρθε ο πόλεμος, η κατοχή… Ευτυχώς εμείς είχαμε το μπαξέ και τα υπόλοιπα, τα βολέψαμε… Εσείς πως τα περάσατε τότε;

ΕΥΤΕΡΠΗ: Α, εμείς, βασιλικά… με όλα τα καλά του κόσμου…

ΣΤΕΛΙΟΣ: Μπράβο, πολύ χαίρομαι…

ΕΥΤΕΡΠΗ: Καλό είναι που χαίρεσαι, Στελάκη, αλλά πήγε η πείνα σύννεφο… Αλλά, επιβιώσαμε.

ΣΤΕΛΙΟΣ: Τι θα πει αυτό;

ΕΥΤΕΡΠΗ: Ζήσαμε… Δηλαδή δεν είναι το ίδιο, αλλά τέλος πάντων… Χάρηκα που σε είδα…

ΣΤΕΛΙΟΣ: Κι εγώ! Σε σκεφτόμουν… και τους μπακλαβάδες που έφτιαχνες…

ΕΥΤΕΡΠΗ: Α, θυμάμαι, πως τους περίμενες… Αν έρθεις καμιά φορά από την Αθήνα, να περάσεις από το σπίτι να σε κεράσω.

ΣΤΕΛΙΟΣ: Ναι, ναι…

ΕΥΤΕΡΠΗ: Καλά, Στελάκη… Πήγαινέ τους το κρασί… και πες στον Αργύρη πως τον περιμένω εδώ. Πες του νάρθει μόνος του!

ΣΤΕΛΙΟΣ: Νάρθει μόνος του…Φεύγω, τρέχω… (φεύγει).

ΕΥΤΕΡΠΗ: Εσείς πηγαίνετε μια βόλτα, όχι μακριά. Από δω, όχι με τους άλλους…

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ: Να τελειώνουμε, μαμά…

ΑΚΡΙΒΗ: Βαρεθήκαμε! (φεύγουν)

ΕΥΤΕΡΠΗ: Εδώ, σ΄ αυτές τις πλάκες… τότε ήτανε χώμα… σωριάστηκε κάτω σαν δέντρο… Κι εγώ να σπαρταράω πάνω του… Αχ, Στράτο… (Μπαίνει ο Αργύρης).

ΑΡΓΥΡΗΣ: Ευτέρπη!

ΕΥΤΕΡΠΗ: Γεια σου Αργύρη. Μείνε εκεί! Δε χρειάζεται να ζυγώσεις περισσότερο!

ΑΡΓΥΡΗΣ: Ευτέρπη…

ΕΥΤΕΡΠΗ: Πρέπει να ξέρεις ότι ήρθα μόνο και μόνο γιατί δεν ήθελα να αφήσω τα παιδιά ν΄ ακούνε τα παραμύθια σου…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Τα παραμύθια μου; Βλέπω, ήρθες αγριεμένη…

ΕΥΤΕΡΠΗ: Σ΄ αυτό εδώ το μέρος, πως θα ήθελες να είμαι; Κοίταξε, δεν έχουμε να πούμε πολλά. Στα παιδιά μου έλεγα πως είσαι πεθαμένος. Αυτό είναι πέρα για πέρα αληθινό. Είσαι πεθαμένος! Ό,τι και να πεις, δεν πρόκειται να το ακούσω…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Μα γιατί;

ΕΥΤΕΡΠΗ: Γιατί είσαι ο κακός δαίμονας της ζωής μου… Ο εφιάλτης μου! Άκουσε λοιπόν τι έχω να σου πω, για να τελειώνουμε μια ώρα αρχύτερα! Τα παιδιά, ναι, τα κάναμε μαζί… Αλλά, όταν σήκωσες εκείνο το καταραμένο πιστόλι και πυροβόλησες, υπόγραψες ότι παραιτείσαι, ότι δεν έχεις πια κανένα δικαίωμα σ΄ αυτά. Αυτόν που παίρνει τη ζωή ενός άλλου ανθρώπου, έναν φονιά, κανονικά πρέπει να τον κρεμάνε, χωρίς λύπηση… Αλλά η μοίρα σε προστάτεψε… η μοίρα που ήτανε μαύρη για όλους τους άλλους τότε, ήτανε για σένα χρυσή… Αντί να σαπίσεις μέσα στα σίδερα, σε λίγους μήνες βγήκες έξω…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Ευτέρπη, τι τα θέλεις αυτά;

ΕΥΤΕΡΠΗ: Περίμενε! Θα τ΄ ακούσεις όλα! Μήπως νομίζεις ότι δεν ξέρω τι έκανες όταν βγήκες; Δεν πήγες στα Τάγματα; Τι κάνατε εκεί, αγαθοεργίες; Κυνηγούσατε τους εαμίτες, καίγατε και σκοτώνατε στις γειτονιές…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Όχι εγώ!

ΕΥΤΕΡΠΗ: Όχι εσύ; Σώπα! Και συ τι παρίστανες, το μανουάλι; Ήσουν ανάμεσα σε φονιάδες, κλέφτες, προδότες, που ρήμαζαν - και συ έμεινες παρθένα; Αλλού αυτά! Η αλήθεια είναι ότι βρήκες την ευκαιρία να δείξεις την πραγματική σου πάστα… Δεν είσαι ο καλοκάγαθος ταβερνιάρης, ο αγαθός άνθρωπος… Είσαι ένας σκληρός και αδίσταχτος αλήτης… ένας φονιάς!

ΑΡΓΥΡΗΣ: Τι λες τώρα; Τι λες;

ΕΥΤΕΡΠΗ: Όταν γυρνούσες στις γειτονιές και άνοιγες σπίτια και τραβούσες τους ανθρώπους έξω και άρπαζες τις γυναίκες απ΄ τα μαλλιά, τι ήσουνα; Για τόλμησε να το πεις, μήπως δεν ήσουνα ποτέ σε επιδρομές όπου αφήνατε πίσω καμένα σπίτια, σκοτωμένους άντρες, ατιμασμένες γυναίκες… τα ζήσαμε αυτά, δεν τα φανταστήκαμε, Αργύρη… Δεν είναι παραμύθια, είναι γραμμένα πάνω στο πετσί μας…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Τελείωσες;

ΕΥΤΕΡΠΗ: Όχι ακόμα… Γιατί αργότερα, όταν άρχισε το δεύτερο αντάρτικο, εσύ τι έκανες πάλι; Μήπως πουλούσες είδη προικός στα μέρη που πέρασες με τους άλλους της συνομοταξίας σου; Αυτά που κάνετε στην κατοχή φαίνονται λίγα μπροστά σ΄ αυτά που κάνατε από το σαράντα πέντε ως το σαράντα εφτά… δεν ξέρω που ακριβώς ήσουνα, αλλά μην τολμήσεις να μου πεις πάλι "όχι εγώ!", ότι τάχα εσύ έμεινες καθαρός μέσα σ΄ αυτό το σφαγείο…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Μα ήταν πόλεμος, εμφύλιος… Αλλά εσύ που τα ξέρεις όλα αυτά;

ΕΥΤΕΡΠΗ: Που τα ξέρω; Η απόγνωση… τότε, τις μέρες που τα παιδιά μου έμεναν νηστικά και φοβόμουν ότι θα τα χάσω, έπνιξα την ψυχή μου και ήρθα να σε βρω, μήπως τα σώσεις εσύ, είχα μάθει ότι είχες βγει από τη φυλακή… Εσύ όμως έλειπες - και έμαθα που ήσουνα… Ευτυχώς! Γιατί και τα παιδιά μου έζησαν και μεγάλωσαν και δεν χρειάστηκε να λερώσω τα χέρια μου και να πάρω κάτι από σένα…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Πέρασαν αυτά…

ΕΥΤΕΡΠΗ: Πέρασαν; Όχι όσο υπάρχω εγώ! Δεν ξέρεις σε τι κόλαση με έριξες τότε… Στους πέντε δρόμους, με τρία μωρά…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Δεν σε έδιωξα εγώ!

ΕΥΤΕΡΠΗ: Α, έτσι… Ωραία… Ήθελες να μείνω εδώ πέρα, με τις αδελφές σου, να έρχομαι να σε βλέπω στη φυλακή, να σου φέρνω και τσιγάρα…Ναι, έπρεπε να το κάνω, θα γλίτωνα από πολλά βάσανα και εξευτελισμούς… Μόνο που αν έμενα εδώ έστω και μια μέρα, θα σκοτωνόμουνα μόνη μου… Μη νομίζεις ότι δεν ήθελα να πεθάνω… Αν δεν ήταν τα παιδιά, θα το έκανα, εδώ που μου σκότωσες την ελπίδα…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Για τα παιδιά, δεν θα ήταν καλύτερα…

ΕΥΤΕΡΠΗ: Πάψε, μη μιλάς για τα παιδιά! Θα τα είχες κερδίσει εσύ, αν εγώ δεν άντεχα, αν έσπαζα, αν λιποψυχούσα… Αλλά η δύναμή μου έφτασε να τα ζήσω, να τα μεγαλώσω, να τα στείλω στο σχολείο… Τα αγόρια έχουν τελειώσει το Γυμνάσιο! Πάντα τα είχα καθαρά, ντυμένα, προσεγμένα…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Δεν είπε κανείς ότι δεν είσαι καλή μάννα…

ΕΥΤΕΡΠΗ: Δε δίνω δεκάρα για τη γνώμη σου! Εγώ για να τα κρατήσω και να μεγαλώσω σκότωσα χίλιες φορές τον εγωισμό μου, την αξιοπρέπειά μου, η γνώμη σου είναι περιττή…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Σε παρακαλώ, να μιλήσουμε ήρεμα…

ΕΥΤΕΡΠΗ: Πάλι τα ίδια; Δεν θέλω να μιλήσουμε, δεν θέλω να ακούσω τίποτα από σένα! Πρόσεξε καλά, να τελειώνουμε: Αν ήρθα τότε ως εδώ ήταν γιατί κινδύνευα να χάσω τα παιδιά μου από την πείνα. Σήμερα, ευτυχώς, ούτε πεινάμε, ούτε σε έχουμε καμιάν ανάγκη! Όσο για τα διαμερίσματα που θα μας δώσει η αφεντιά σου, κράτησέ τα, έχεις κι άλλα παιδιά, που θα τα καλοδεχτούν… Σήμερα είναι η πρώτη και η τελευταία φορά που σε βλέπω και μιλάμε, το ίδιο και τα παιδιά…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Για στάσου! Καλά εσύ, αλλά τα παιδιά;

ΕΥΤΕΡΠΗ: Άκουσες τι σου είπα; Ανάμεσά μας κυλάει αίμα, αίμα που το έχυσες εσύ, γιατί θίχτηκε ο εγωισμός σου! Δεν ξεπλένεται αυτό το αίμα, δεν μπορείς να περάσεις απέναντι… Και τα παιδιά είναι στη δική μου μεριά, πάρτο απόφαση! (Μπαίνει η Γαλήνη).

ΓΑΛΗΝΗ: Έλα, μαμά, τελειώνετε οι δυο σας… Είμαστε κι εμείς εδώ!

ΕΥΤΕΡΠΗ: Φώναξε τ΄ αδέρφια σου, να φύγουμε!

ΓΑΛΗΝΗ: Να φύγουμε; Γιατί;

ΕΥΤΕΡΠΗ: Γιατί δεν έχουμε καμιά δουλειά εδώ! Είδες τον πατέρα σου, φτάνει… Πάμε!

ΓΑΛΗΝΗ: Τόσο λίγο; Έχουν κάνει ετοιμασίες…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Καθίστε να φάμε τουλάχιστον…

ΓΑΛΗΝΗ: Αχ, ναι, ας καθίσουμε, σε παρακαλώ (αγκαλιάζει τον Αργύρη).

ΕΥΤΕΡΠΗ: Γαλήνη, με αναγκάζεις… να πω πράγματα που δε θέλω… Αλλά εδώ που φτάσαμε… Άκουσέ με και προσπάθησε να καταλάβεις γιατί θέλω να φύγουμε. Είχα αγαπήσει έναν άντρα, για πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή μου… Αν θέλεις να με κατακρίνεις γι αυτό, κατάκρινέ με… Μπορεί να μην έχω πληρώσει όσο πρέπει για αυτήν την αγάπη, μπορεί να χρωστάω ακόμα… Αυτόν τον άντρα ο πατέρας σου τον σκότωσε σαν το σκυλί, εδώ που στεκόμαστε τώρα… Τον πυροβόλησε ξανά και ξανά, στο στήθος, στο κεφάλι. Ήμουνα μπροστά, τα είδα όλα… Όταν ο Στράτος έπεσε κάτω έτρεξα κοντά του… Τον αγκάλιαζα, προσπαθούσα να καταλάβω αν ανάσαινε, τον φιλούσα, μάτωνα τα χέρια μου, τα ρούχα μου, τα μαλλιά μου… προσπάθησα να του ανοίξω το πουκάμισο, να σταματήσω το αίμα… είχε πλημμυρίσει ο τόπος αίμα… Άκουσα αυτόν να φωνάζει – να σηκωθώ και να φύγω, να πάω μέσα… Δεν τον έβλεπα, δεν έβλεπα από τα δάκρια και τα αίματα, αλλά ήρθε από πάνω μου, να με τραβήξει, να με ξεκολλήσει από τον σκοτωμένο… Όρμησα να του βγάλω τα μάτια, αλλά ήτανε γρήγορος και δυνατός, με κράτησε πέρα… ήθελα να τον βρίσω, να τον καταραστώ, αλλά δεν έβγαινε φωνή από μέσα μου, ούτε να ουρλιάξω μπορούσα… κι αυτός με κρατούσε δυνατά με τα χέρια του, σαν κούκλα και φώναζε – αυτό ήθελες λοιπόν, μπράβο τα κατάφερες, λες και ήμουνα εγώ που είχα κάνει το φόνο… Ένοιωθα να χάνω τον κόσμο και τότε μάζεψα όλη μου την ψυχή και τον έφτυσα κατάμουτρα… τουλάχιστον αυτό το κατάφερα… Όταν συνήλθα είχαν καταφτάσει οι αδερφές του, ο Στέλιος και δυο – τρεις γείτονες, που άκουσαν το πιστολίδι και έτρεξαν… Εσύ και τα μωρά είχατε ξυπνήσει από τη φασαρία και κλαίγατε, η Μαριγώ και η Αντριάνα τσιρίζανε, αυτός εδώ κοίταζε προς τα έξω και κάπνιζε κι ο Στράτος ήτανε παρατημένος μονάχος του, εδώ, εδώ, μέσα σε μια θάλασσα αίματα… Τον άφησα κι εγώ για να έρθω σε σας, που κλαίγατε… Όλοι τους τα ξεχάσανε αυτά, Γαλήνη… Και καλά αυτός, ήτανε πάντα παχύδερμο, αλλά και οι θείες σου είχαν την αδιαντροπιά να στρώσουνε λευκά τραπεζομάντιλα για να φάνε, όχι αλλού, αλλά εδώ, εδώ που κόπηκε η ζωή μου… και θέλουν να καθίσω κι εγώ μαζί τους… Τίποτα δεν θυμούνται, τίποτα δεν αισθάνονται… (Η Γαλήνη πηγαίνει κοντά στην Ευτέρπη και την αγκαλιάζει).

ΓΑΛΗΝΗ: Μαμά… Ήταν μια κακή στιγμή… Αλλά πως μπορώ να αρνηθώ τον πατέρα; Μήπως κι αυτός ήθελε να το κάνει;

ΕΥΤΕΡΠΗ: Δεν ήθελε;

ΓΑΛΗΝΗ: Χτύπησε αυτόν που ήρθε να σε πάρει, αυτόν που θα του χαλούσε το σπιτικό του…

ΕΥΤΕΡΠΗ: Δεν υπήρχε μονάχα αυτός, υπήρχα κι εγώ! Σκότωσε κι εμένα, που ήθελα να ζήσω σαν άνθρωπος!

ΓΑΛΗΝΗ: Κι εγώ και τα παιδιά, τι φταίγαμε; Εσύ υπήρχες και ήθελες να ζήσεις σαν άνθρωπος, εμείς δεν υπήρχαμε; Ο φόνος κρατάει μια στιγμή, πριν προλάβεις να το σκεφτείς… αλλά δεν γίνεται έτσι, στα καλά καθούμενα… πρέπει να υπάρχει αιτία! Κατηγορείς τον πατέρα, αλλά εσύ δεν έχεις καμιά ευθύνη γι’ αυτόν το φόνο;

ΕΥΤΕΡΠΗ: Με κατηγορείς;

ΓΑΛΗΝΗ: Σου λέω την αλήθεια! Τι ήρθε να κάνει μέσα στο σπίτι μας; Τι έλεγε στον πατέρα και τον έκανε να θολώσει; Γιατί όλο το φταίξιμο στον πατέρα; Εσύ κι αυτός δεν φταίτε σε τίποτα;

ΕΥΤΕΡΠΗ: Φταίμε γιατί αγαπηθήκαμε… αλλά δεν θα απολογηθώ σε σένα! Ποιος πυροβόλησε;

ΓΑΛΗΝΗ: Ποιος αποφάσισε να ζήσω είκοσι εφτά χρόνια σαν ορφανό, ενώ ο πατέρας μου ζούσε; Γιατί αυτή η τιμωρία; Με ρώτησες εμένα, αν το ήθελα;

ΕΥΤΕΡΠΗ: Ναι Γαλήνη, έπρεπε να σε ρωτήσω τότε… Θέλεις να ζήσεις μ΄ έναν πατέρα κατάδικο, ισοβίτη, καμένο χαρτί, που δεν θα τον έβλεπες ποτέ - ή με μένα; Τι να σε ρωτήσω, παιδί μου; Τι ερώτηση να σου κάνω; Όπως ήρθαν τα πράγματα ή θα σας έπαιρνα μαζί μου ή θα μεγαλώνατε εδώ, με τις αδερφές του, σε διπλή ορφάνια! Γιατί εγώ δεν θα μπορούσα να ζήσω …

ΓΑΛΗΝΗ: Τώρα όμως; Αν δεν θέλεις εσύ, άφησε εμάς να μείνουμε με τον πατέρα, να τον δούμε σήμερα, να ερχόμαστε σ΄ αυτόν, να έρχεται στο σπίτι μου, να γνωρίσει κι αυτός τα εγγόνια του…

ΕΥΤΕΡΠΗ: Όχι!

ΓΑΛΗΝΗ: Όχι; Μα γιατί; Το τι θέλουμε εμείς, δε μετράει;

ΕΥΤΕΡΠΗ: Θεέ μου… Γαλήνη, κοίταξέ με καλά: Πήγαινε στ΄ αδέρφια σου, έχουμε να τελειώσουμε την κουβέντα μας με τον πατέρα σου… ύστερα θα έρθω κι εγώ…

ΓΑΛΗΝΗ: Θα μείνουμε λοιπόν;

ΕΥΤΕΡΠΗ: Πήγαινε (Η Γαλήνη στρέφεται προς τον Αργύρη. Αυτός της γνέφει καταφατικά).

ΓΑΛΗΝΗ: Μην αργήσετε! (φεύγει).

ΕΥΤΕΡΠΗ: Μη χαίρεσαι…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Ευτέρπη, προσπάθησε να ξεχάσεις, να με συγχωρέσεις… Παίρνω όλο το φταίξιμο επάνω μου… Κάντο για τα παιδιά μας… Δεν άκουσες τη Γαλήνη;

ΕΥΤΕΡΠΗ: Η Γαλήνη! Η Γαλήνη θα κάνει αυτό που θα της πω εγώ! Δεν χρειάζεται να σου εξηγήσω το πώς και το γιατί, αλλά δεν πρόκειται να την ξαναδείς…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Τι… θα την εκβιάσεις; Δεν ντρέπεσαι;

ΕΥΤΕΡΠΗ: Δε σου πέφτει λόγος! Σου το είπα, όταν σκότωσες εκείνον τον άνθρωπο, έχασες όλα σου τα δικαιώματα στα παιδιά. Για πάντα! Πάρτο απόφαση!

ΑΡΓΥΡΗΣ: Έτσι λες, αλλά μη νομίζεις ότι μπορείς να μας δέσεις όλους χεροπόδαρα και να κάνουμε ό,τι θέλεις εσύ! Εκτός από τη Γαλήνη είναι και τα αγόρια… Δεν θα τους στερήσεις το μέλλον τους!

ΕΥΤΕΡΠΗ: Μη στεναχωριέσαι, το μέλλον τους το φροντίζω εγώ και σε πληροφορώ ότι θα είναι μια χαρά… Σε είδα πως τους πλεύρισες, παιδιά είναι, δε γνώρισαν πατέρα, τους θάμπωσες με τα στρέμματα που θα πουληθούν…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Έχεις να παίρνεις κι εσύ απ΄ αυτά…

ΕΥΤΕΡΠΗ: Μη το ξαναπείς, ούτε γι αστείο! Το μόνο που θέλω είναι να μην έχεις καμιά σχέση με τα παιδιά μου!

ΑΡΓΥΡΗΣ: Αυτό να το ξεχάσεις…

ΕΥΤΕΡΠΗ: Θα τους μιλήσω εγώ… θα τους πω όσα ξέρω για σένα, όλα τα κατορθώματά σου…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Θα σε πολεμήσω!

ΕΥΤΕΡΠΗ: Αλήθεια; Και πως θα το κάνεις; Μόνο με τα λεφτά; Δεν είμαστε και τόσο φτηνοί, Αργύρη… Να μην ενοχλήσεις ποτέ ξανά κανέναν από μας, γιατί…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Γιατί;

ΕΥΤΕΡΠΗ: Το σιχαίνομαι αυτό, αλλά η ζωή μου έχει κάνει χειρότερα… Κι όταν έχω εσένα, να θέλεις να φυτρώσεις σαν το παράσιτο ανάμεσα σε μένα και τα παιδιά μου, δε χωράει κανένας δισταγμός…Τις βλέπεις αυτές τις κοπέλες που περπατάνε εκεί πέρα, στα δέντρα; Είναι κόρες μου…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Κόρες σου;

ΕΥΤΕΡΠΗ: Ναι, κόρες μου… Κι εσύ δεν έχεις δυο παιδιά ακόμα; Σ΄ αυτό ταιριάζουμε… Ήθελα να τις έχω κι αυτές μαζί μου, να δουν, για ν΄ ακούσει ο πατέρας τους τι συνέβη, απ΄ αυτές, όχι από μένα… Αυτός έχει τη δύναμη, όποτε θέλει, να σε σβήσει…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Ο πατέρας τους;

ΕΥΤΕΡΠΗ: …και μέλλων σύζυγός μου, όταν οι συνθήκες το επιτρέψουν… Μην απορείς για το πώς μπορεί να σε εξαφανίσει από προσώπου γης… Υπάρχουν πολλοί τρόποι και κοίταξε να μην τους χρησιμοποιήσει…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Ποιος είναι αυτός;

ΕΥΤΕΡΠΗ: Δεν χρειάζονται λεπτομέρειες… Λοιπόν, τελειώσαμε. Εγώ θα πάω να τους πάρω από κει κάτω - και φεύγουμε. Πρόσεξε καλά: Αν καταλάβω ότι γυροφέρνεις τα παιδιά, ιδίως τη Γαλήνη, ούτε που μπορείς να φανταστείς τι είμαι ικανή να σου κάνω. Και θα το κάνω, το ορκίζομαι στο αίμα που έχυσες εδώ… (φεύγει).

ΑΡΓΥΡΗΣ: Ώστε έτσι, κυρία Ευτέρπη! Νομίζεις ότι είμαι κανένα παιδάκι και θα φοβηθώ με τον μπαμπούλα, τον …αυτόν σου, πώς να τον πω… Ακούς εκεί – μέλλων σύζυγός μου όταν οι συνθήκες το επιτρέψουν! Το βρήκες το θύμα και με τις πλάτες του παριστάνεις το σκληρό καρύδι σε μένα, ότι δεν ενδιαφέρεσαι ούτε για περιουσίες, ούτε για τίποτα… Και τον κρατάς δεμένο, έχεις δυο κόρες δικές του… Μπράβο! Αλλά τα παιδιά μας δεν είναι παιδιά του, είναι παιδιά μου. Παιδιά μου! Εγώ τα πονάω – κι αυτά λαχταράνε τον πατέρα τους… Θα πεις τώρα στη Γαλήνη να μη με ξαναδεί… Κούνια που σε κούναγε! Και στο Γρηγόρη να μην καταδεχτεί να γίνει νοικοκύρης, από υπαλληλάκος που είναι τώρα – γιατί, λέει, εσύ δεν θέλεις να με βλέπεις… Είσαι μακριά νυχτωμένη! Και ο Νικόλας θέλει να παντρευτεί την κοπέλιά του, όλα μου τα είπε, λες ότι θ΄ ακούσει εσένα και δεν θ΄ απλώσει το χέρι στον πατέρα του; Δυο χρονών ήτανε όταν τον έχασα, δεν θα τον χάσω ξανά! Τους μιλάς βλέπω, αγορεύεις… Λέγε, λέγε… Μόνη σου θα φύγεις, με τις κόρες σου! Αυτή τη φορά είναι η σειρά μου να γελάσω! Κι αν δεν θέλεις εσύ, υπάρχει και η Αλκμήνη… Συνέχισε να κάνεις τη ζόρικη, εσύ θα χάσεις! Να καταλάβεις επιτέλους ποιος είμαι, που μου τίναξες τη ζωή στον αέρα και ζητάς τώρα να με θάψεις ζωντανό! Τι λέω… Τι λόγια βγαίνουν από το στόμα μου; Αχ, Ευτέρπη, αν ήθελες εσύ… Μια λέξη αν έλεγες… Μα τι κάνουν; Που πάνε όλοι; Φεύγουν… Γαλήνη, Γαλήνη… (τρέχει προς το μέρος τους).

ΣΚΗΝΗ ΔΕΚΑΤΗ ΠΕΜΠΤΗ

Η Μαριγώ και η Αντριάνα πηγαινοέρχονται.

ΜΑΡΙΓΩ: Τίποτα ακόμα, κανείς… Κοντεύει να σουρουπώσει και είναι άφαντος… Άγιε μου Χριστόφορε, προστάτεψέ τον… Φοβάμαι Αντριάνα, φοβάμαι…

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Μα που μπορεί να πήγε; Κι ο Στέλιος τον ψάχνει τόσες ώρες, δεν φάνηκε κι αυτός…

ΜΑΡΙΓΩ: Αχ, να μην κάνει καμιά βλακεία…

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Μα τι ήτανε κι αυτό το κακό; Από τη μια στιγμή στην άλλη, από τη χαρά στη λύπη…

ΜΑΡΙΓΩ: Πάλι αυτή, η οχιά, το έκανε το θαύμα της…

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Μα πως τα κατάφερε τα παιδιά και σε δυο λεπτά μέσα σηκωθήκανε να φύγουνε… και η Γαλήνη…

ΜΑΡΙΓΩ: Και η Γαλήνη, που έκλαιγε στα χέρια του, που δεν τον άφηνε από την αγκαλιά της… Αλλά και τα αγόρια, όταν τους μίλησε ο πατέρας τους, δάκρια τρέχανε στα μάγουλά τους…

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Απίστευτα πράγματα… Ο Αργύρης να προσπαθεί να τους κρατήσει… να τρέχει ξοπίσω τους παρακαλώντας… Μέχρι που αυτή, η οχιά, τον έσπρωξε κι αυτός παραπάτησε και έπεσε και μέχρι να σηκωθεί είχανε φτάσει στο αμάξι… Τους φώναζε τότε… αχ, αυτές οι φωνές του…

ΜΑΡΙΓΩ: Αλλά αυτοί, τίποτα, γίνανε καπνός…

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Κι ο Αργύρης έμεινε σκονισμένος, σαστισμένος… Δε μιλούσε για κάμποση ώρα… αλλά όταν τον ζυγώσαμε, αυτός έφυγε, όσο πιο γρήγορα μπορούσε…

ΜΑΡΙΓΩ: Είπαμε κι εμείς πάει να περπατήσει, να του φύγει το βάρος… Αλλά τόσες ώρες πια… (Μπαίνουν η Αλκμήνη, ο Σπύρος κι ο Αλέξης).

ΑΛΚΜΗΝΗ: Γεια σας.

ΣΠΥΡΟΣ: Γεια σας θείες…

ΜΑΡΙΓΩ: Αχ, ελάτε κι εσείς, επιτέλους… κοντεύουμε να τρελαθούμε… Χάσαμε τον Αργύρη!

ΑΛΚΜΗΝΗ: Ο Αργύρης; Τι έπαθε;

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Έφυγε γύρω στις δώδεκα κι ακόμα να φανεί… Ήταν ταραγμένος…

ΣΠΥΡΟΣ: Γιατί; Τι συνέβη;

ΜΑΡΙΓΩ: Θα σας τα πω παιδιά μου, άλλη ώρα. Τώρα τρέξτε κι αναζητήστε τον κι εσείς… Ψάχνει κι ο Στέλιος… (Ο Σπύρος και ο Αλέξης φεύγουν).

ΑΛΚΜΗΝΗ: Τι έγινε;

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Ήρθαν τα παιδιά, τον αγκάλιασαν, όλα πήγαιναν καλά… Ώσπου ήρθε κι εκείνη… Κάτι μίλησαν οι δυο τους και μετά αυτή πήρε τα παιδιά και φύγανε, με το αμάξι της Γαλήνης…

ΜΑΡΙΓΩ: Ο Αργύρης ταράχτηκε πολύ… Μετά από λίγο εξαφανίστηκε και δεν έχει φανεί ακόμα…

ΑΛΚΜΗΝΗ: Θεέ μου… πάω να ψάξω κι εγώ…

ΜΑΡΙΓΩ: Κάθισε καλύτερα, θα τον βρουν τα παιδιά… Τι κάνατε όλη μέρα στον Πειραιά;

ΑΛΚΜΗΝΗ: Μαύρα καμώματα… Κανονίζαμε τις λεπτομέρειες για το ταξίδι…

ΜΑΡΙΓΩ: Ποιο ταξίδι;

ΑΛΚΜΗΝΗ: Φεύγουμε… φεύγουν τα παιδιά για τη Γερμανία και θα πάω κι εγώ μαζί τους.

ΜΑΡΙΓΩ: Τι έκανε λέει;

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Είσαι τρελή; Θ αφήσεις τον άντρα σου;

ΑΛΚΜΗΝΗ: Τον άντρα μου; Αυτός με θεωρεί εμπόδιο, το έδειξε καθαρά… Αλλά να δούμε πρώτα τι έγινε, που βρίσκεται… Δε μπορώ να περιμένω εδώ, πάω να ψάξω κι εγώ (φεύγει).

ΜΑΡΙΓΩ: Άλλη λαχτάρα κι αυτή! Τι μέρα είναι σήμερα, Θεέ μου…

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Αν φύγουν τα παιδιά και η Αλκμήνη, σαν τα κούτσουρα θα μείνουμε… Εμείς κι ο Στέλιος… Αχ, Αργύρη, Αργύρη, πως τα κατάφερες έτσι…

ΣΚΗΝΗ ΔΕΚΑΤΗ ΕΚΤΗ

Ο Αργύρης και ο Στέλιος πίνουν κρασί.

ΑΡΓΥΡΗΣ: Το κατάλαβες Στέλιο; Είναι επικίνδυνο πράγμα ο έρωτας…

ΣΤΕΛΙΟΣ: Ναι, αφεντικό…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Ξεκινάς αθώος και παραδίνεσαι χωρίς όρους… Τότε σ΄ αρπάζει αυτός και σε ορίζει, δεν κουμαντάρεις πια τον εαυτό σου… Τι θα κάνεις άμα έρθει να χαλάσει αυτόν τον έρωτα ο …άλλος;

ΣΤΕΛΙΟΣ: Τι θα κάνεις, αφεντικό;

ΑΡΓΥΡΗΣ: Αν είσαι ξύπνιος, θα τον σκοτώσεις… Αν είσαι κουτός, πάλι θα τον σκοτώσεις! Είπαμε, δεν κάνεις κουμάντο εσύ, κάνει ο έρωτας…

ΣΤΕΛΙΟΣ: Με το συμπάθιο, αφεντικό, αλλά αν οι… χμ, οι κερατάδες σκοτώνανε κιόλας, ο κόσμος θα είχε μείνει ο μισός…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Σωστή σκέψη Στέλιο… αλλά ποιος σου είπε ότι όλοι αυτοί αγαπούν;

ΣΤΕΛΙΟΣ: Δηλαδή, όποιος αγαπά και του πειράξουν την αγάπη, σκοτώνει;

ΑΡΓΥΡΗΣ: Ή, σκοτώνεται… Αλλά διαλέγουμε πάντα την εύκολη λύση… Είναι ευκολότερο να σκοτώσεις, παρά να σκοτωθείς… Αλλά το εύκολο - είναι λάθος… Αυτό ήταν το λάθος της ζωής μου, Στέλιο…. Αν είχα κάνει τότε τη σωστή κίνηση, να στρέψω το πιστόλι εδώ, αντί να πυροβολήσω το Στράτο, όλα θα είχαν πάει καλύτερα, για όλους…

ΣΤΕΛΙΟΣ: Τι λες αφεντικό…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Ξέρω τι λέω Στέλιο. Τράβα γέμισε το μισόκιλο (Ο Στέλιος φεύγει). Αλλά εκείνη την ώρα δε σκεφτόμουνα το μέλλον… Με όριζε το παρόν… Αν ήξερα, αν μπορούσα να ξέρω… Κι αν φεύγανε με το χωροφύλακα - σε λίγες βδομάδες θα γύριζε πίσω με τα παιδιά, σιγά μη μπορούσε αυτός ο αληταράς να στηρίξει οικογένεια… Αλλά κι αν δε γύριζε η Ευτέρπη, τι; Πάλι θα είχα τα παιδιά μου, θα τα έβρισκα και αργά ή γρήγορα θα τα έπαιρνα κοντά μου… Αλλά δεν έβλεπα, δεν έβλεπα - κι έβγαλα ο ίδιος τα μάτια μου… Αυτόν τον έκανα μονάχος μου άγιο εικόνισμα για την Ευτέρπη και εγώ έγινα ο εφιάλτης της… Από τότε, μια ζωή από το καυτό στο παγωμένο: Ισοβίτης, λίγο μετά ελεύθερος… Που να βρω την Ευτέρπη, τα παιδιά… Φοβόμουνα ότι θα ξαναπάω στη φυλακή κι αυτός ο φόβος με έκανε αδίσταχτο… Είχε δίκιο η Ευτέρπη… Αν ήμουνα πραγματικός άντρας θα είχα δώσει τότε ένα τέλος, αν χρειαζόταν… αλλά εγώ εξαργύρωνα το τομάρι μου με τις ζωές των άλλων… Όταν πυροβολούσα, έκλεινα τα μάτια, να μην βλέπω ποιος πέφτει… Η Αλκμήνη… Το αγαθό έργο της ζωής μου… Τη γλίτωσα και την πήρα μαζί μου, σαν αντίδωρο στα κρίματα που είχα στο λαιμό μου, αλλά όταν ξαναείδα την άλλη, την πούλησα, χωρίς δισταγμό, κι αυτή το κατάλαβε… Με αγαπούσε… Πως με αγαπούσε… σαν θεό, χωρίς όρους… Τι άλλο μπορούσα να ζητήσω; Η Αλκμήνη δεν μου άξιζε, αλλά την είχα δική μου και είχα το Σπύρο και τον Αλέξη… Αλλά και πάλι δεν ήξερα το μέλλον, δεν έβλεπα, ήμουνα τυφλωμένος από τον έρωτα, είχα βάλει κάτω το κεφάλι και έτρεχα, κατά το γκρεμό… Πάει η Αλκμήνη, πάνε και τα παιδιά… Αλλά η Γαλήνη; Τι την έκανε να με αρνηθεί έτσι, λίγη ώρα μετά που κλαίγαμε μαζί; Όταν πήγα στο σπίτι της, χτυπούσα, χτυπούσα την πόρτα της – δεν μου άνοιγε κανείς… μετά βγήκε εκείνος ο νεαρός και μου λέει πως η κυρία λείπει και άφησε παραγγελία να μην την ενοχλήσω ξανά… Η κυρία είναι η κόρη μου! του λέω… Κι αυτός αρχίζει να μου φωνάζει, να με βρίζει, να με σπρώχνει… Τι άλλο να κάνω; Πόσο να ζητιανέψω από την κόρη μου να μου μιλήσει; (Έρχεται ο Στέλιος). Αχ, Στέλιο, βάλε…

ΣΤΕΛΙΟΣ: Βάζω, αφεντικό…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Είδες, Στέλιο; Ξαφνικά έγινα ξένος για όλους… Θα μου πεις, να βρω τα αγόρια… Δεν ξέρω και που μένουνε… Με τι κουράγιο να τους ψάξω… Κι αν η μάνα της κατάφερε τη Γαλήνη, φαντάσου αυτούς… γι αυτό και δε φάνηκαν, τόσον καιρό… Καλά η Ευτέρπη, αυτή πάντοτε με μισούσε. Αλλά, γιατί να είμαι ξένος για τα παιδιά μου; Πέντε παιδιά, Στέλιο, τώρα είμαι ξένος σε όλα… Ο Αλέξης ούτε με χαιρέτησε όταν έφυγαν κι ο Σπύρος… άκουσες τι μου είπε; Δεν περίμενε από μένα, λέει, τέτοιο φέρσιμο στη μάνα του, τον απογοήτευσα… όλους τους απογοήτευσα… ακόμα και οι αδελφές μου, για να μην με καταριούνται και να μη με βρίζουν, πρέπει να πεθάνω πρώτα…

ΣΤΕΛΙΟΣ: Και η Αλκμήνη, αφεντικό;

ΑΡΓΥΡΗΣ: Μου το έλεγε η Μαριγώ, ότι φεύγει μαζί με τα παιδιά, αλλά ήμουνα θολωμένος εκείνες τις μέρες… Η Αλκμήνη δεν μου είπε τίποτα… Δεν μπήκε στον κόπο να κουβεντιάσει μαζί μου… Η Αλκμήνη… έλεγε πως δεν ήθελε τίποτα, αλλά οι πράξεις της έδειξαν πως τα ήθελε όλα… Έτσι είναι… Βλέπεις, κι αυτή κάνει το ίδιο λάθος που έκανα εγώ με την Ευτέρπη: Όταν προδόθηκε ο ερωτάς της διάλεξε την εύκολη λύση, σκότωσε εμένα αντί να σκοτώσει τον εγωισμό της… Αλλά είναι γυναίκα, Στέλιο, οι γυναίκες δεν χάνονται…

ΣΤΕΛΙΟΣ: Μην στεναχωριέσαι, αφεντικό…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Ακόμα κι έτσι που έχω καταντήσει, δεν μπορώ να δεχτώ ότι όλες οι αγάπες ήταν υποκρισία, δεν μπορώ να υπογράψω ότι όλη η ζωή μου ήταν ένα όνειρο, που το ονειρεύτηκα ξύπνιος… Γιατί είμαι σίγουρος ότι δεν ήμουνα ίσκιος, Στέλιο, είχα πρόσωπο, κι όταν έκανα το σωστό κι όταν έκανα το λάθος… Τώρα το πρόσωπό μου έχει λειώσει, σα να το πάτησαν ένα τσούρμο αγριεμένοι, με αρβύλες…

ΣΤΕΛΙΟΣ: Δεν καταλαβαίνω αφεντικό… Αν είχες παλιά πρόσωπο, έχεις και τώρα. Κι αν δεν είχες ποτέ, σωστά δεν έχεις και τώρα… Αν το έχεις, κανείς δεν μπορεί να σου το πατήσει με τις αρβύλες του…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Λοιπόν;

ΣΤΕΛΙΟΣ: Τι λοιπόν, αφεντικό; Εσύ θα μου πεις, έχεις ή δεν έχεις πρόσωπο;

ΑΡΓΥΡΗΣ: Κι αν έχω, τι να το κάνω – έτσι εξευτελισμένο;

ΣΤΕΛΙΟΣ: Αφεντικό, ή εσύ τάχεις μπερδεμένα ή εμένα δεν τα χωράει το μυαλό μου…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Δεν είναι άδικο, Στέλιο, να εξευτελίζεται έτσι το πρόσωπο του ανθρώπου, ακόμα και το δικό μου, κι ας έκανα τόσα λάθη;

ΣΤΕΛΙΟΣ: Που έκανες λάθος, αφεντικό;

ΑΡΓΥΡΗΣ: Τι σημασία έχει; Η ζωή συχωράει όλα τα λάθη, μονάχα ένα λάθος δεν συχωράει, την ήττα… Όταν έπεσα στο χώμα, όλοι με αποπήραν… Μόνον εσύ δεν μου είπες πικρό λόγο…

ΣΤΕΛΙΟΣ: Εγώ, αφεντικό; Μα εγώ δεν περίμενα τίποτα, δεν έχασα τίποτα, σ΄ αγαπούσα πάντα χωρίς σκέψεις, ελεύθερος…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Αυτό που είπες είναι πολύ ωραίο…

ΣΤΕΛΙΟΣ: Αλλά να ξέρεις, σε θέλω ζωντανό… Άμα τα τινάξεις, τότε δεν θ΄ αξίζεις ούτε όσο ένα τσουβάλι κοπριά!

ΑΡΓΥΡΗΣ: Βάλε κρασί…

ΣΤΕΛΙΟΣ: Πολύ πίνεις, αφεντικό…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Και λοιπόν; Τι έχω να χάσω;

ΣΤΕΛΙΟΣ: Το κρασί είναι για τους πελάτες, αφεντικό. Άμα το πιούμε εμείς, τι θα τους δίνουμε μετά;

ΑΡΓΥΡΗΣ: Ποιοι πελάτες, μωρέ Στέλιο; Αφού, ένα μήνα τώρα, δεν την ανοίξαμε την ταβέρνα, τους διώχνουμε όλους…

ΣΤΕΛΙΟΣ: Αφεντικό… και πως θα επιβιώσουμε;

ΑΡΓΥΡΗΣ: Που την έμαθες αυτή τη λέξη; Δε θέλω πια να επιβιώσω… Δε με ενδιαφέρει… Δε με αφορά!

ΣΤΕΛΙΟΣ: Αφεντικό, έτσι όπως πας, στο λέω, θα πάθεις τίποτα στο τέλος…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Στο τέλος, δεν θα πάθω τίποτα… Μέχρι τότε δεν ξέρω τι μου γράφει ακόμα η μοίρα… άντε, τράβα να κοιμηθείς.

ΣΤΕΛΙΟΣ: Αφεντικό, θα την ανοίξουμε αύριο την ταβέρνα;

ΑΡΓΥΡΗΣ: Θα σου πω… αύριο (ο Στέλιος φεύγει). Αύριο… μπορεί να γυρίσει η Αλκμήνη… Μπορεί να ξεθαρρέψει η Γαλήνη και νάρθει ως εδώ… πολλά μπορούν να γίνουν… κι αν έρθουν και με βρουν μεθυσμένο; Αν ξαναγυρίσουν οι αγάπες μου, δεν πρέπει ν΄ αντικρίσουν ένα μεθύστακα, έναν αλήτη… Πρέπει να συνέλθω… Πρέπει να ξεπλύνω το πρόσωπό μου, να ξαναγίνω άνθρωπος… (Βάζει ένα δίσκο στο τζουκ - μποξ). Να βγω ξανά στον ήλιο… Δεν πέθανα ακόμα… Είμαι ακόμα ζωντανός! Η ζωή συνεχίζεται… Η ζωή είναι παντοδύναμη… (Χορεύει μερικά βήματα. Πέφτει και μένει ακίνητος).

ΑΥΛΑΙΑ

1 Comments:

Anonymous Anonymous said...

Γνωσιακές-συμπεριφοριστικές μέθοδοι τραιναρίσματος επεξεργασίας αρνητικών σκέψεων, πεποιθήσεων και ενδιάμεσων πεποιθήσεων (προέλευσης Α. Beck)

1. Εντοπισμός αρνητικής σκέψης (π.χ. μήπως δεν είναι γνωσιακή θεραπεία, αλλά θεραπεία της κυράς μας της μαμμής). Καταγραφή της. Σε περίπτωση μη εντοπισμού συγκεκριμένης αρνητικής σκέψης, γίνεται συζήτηση για αρνητικές σκέψεις των παχύσαρκων, έστω και αν ο θεραπευόμενος είναι πετσί και κόκαλο.

2. Παρουσίαση στον θεραπευόμενο ενός φύλλου χαρτιού με παιδαριώδη σχηματική απεικόνιση και επεξήγηση αρνητικών σκέψεων, με τίτλους που δεν βγάζουν κανένα νόημα. Συζήτηση αδυναμίας του θεραπευόμενου να καταλάβει τι διάολο σημαίνουν αυτά. Διαβεβαίωση του θεραπευτή ότι 99 στους 100 ασθενείς του (SIC) καταλαβαίνουν με την πρώτη περί τίνος πρόκειται και συνεργάζονται καταγράφοντας σκέψεις τους. Επίκληση του επιχειρήματος ότι και στο Ινστιτούτο χρησιμοποιούν την ίδια σελίδα.

3. Πρόταση για βιβλιοθεραπεία. Υπόδειξη βιβλίων, που μιλούν όμως για γνωσιακή θεραπεία και όχι εκείνη της κυράς μας της μαμμής. Συνειδητοποίηση από τον θεραπευόμενο ότι έχει μπόλικες αρνητικές σκέψεις. Καταγραφή τους. Παρουσίασή τους στο θεραπευτή. Αμηχανία του θεραπευτή («Μα εγώ μετά βίας βγάζω μία αρνητική σκέψη από τους πελάτες μου και εσείς μου φέρατε τόσες!»–Θα κάνει πως ξέχασε τι έλεγε προηγουμένως για τους 99 στους 100).

4. Υπόδειξη στο θεραπευόμενο να βάλει σε διαφορετικές στήλες τις αρνητικές σκέψεις και να συμπληρώσει όλες τις στήλες (Assumptions, ενδιάμεσες αρνητικές σκέψεις, πεποιθήσεις, ενισχυτικά γεγονότα για την εμπέδωση των πεποιθήσεων, αμφισβήτηση, εναλλακτική πρόταση, πως αισθάνεσαι μετά την πρόταση που έκανες εσύ ο ίδιος). Αφιέρωση ειδικής συνεδρίας για την διευκρίνιση ότι core beliefs ερμηνεύεται στα ελληνικά «πυρηνικές πεποιθήσεις» και όχι «κεντρικές πεποιθήσεις». Επεξήγηση ότι έτσι το ερμηνεύουν στο Αιγινήτειο και επομένως έτσι είναι η ελληνική γλώσσα. Παράθεση επιχειρήματος ότι core ερμηνεύεται μόνο πυρήνας, πυρηνικό, στο αγγλοελληνικό λεξικό Divry’s (=Γεωργίου Κωνσταντοπούλου εκ Δίβρης).

5. Χωρίς να εξεταστούν οι ήδη εντοπισθείσες αρνητικές σκέψεις, ψάχνουμε και για άλλες. Αναπομπή της λίστας στο θεραπευόμενο με υπόδειξη για πιο γεωμετρικά καλαίσθητη σχεδίαση των στηλών των βαθμών επεξεργασίας κάθε αρνητικής σκέψης. Επανυποβολή στο θεραπευτή σε επόμενη συνεδρία.

6. Self disclosures του θεραπευτή προς το θεραπευόμενο, ώστε ο τελευταίος να καταλάβει τι λάθη κάνει και να τα γράψει. Να γράψει και τις αμφισβητήσεις που θα κάνει ο ίδιος στις δικές του αρνητικές σκέψεις, καθώς και πόσο ωραία νιώθει τώρα που έκανε τη δουλειά όλη μόνος του.

7. Συζήτηση, κατόπιν απορίας του θεραπευόμενου για την Judith Beck και το Βιβλίο της Εισαγωγή στη Γνωσιακή Θεραπεία-Cognitive Therapy, Basics and Beyond, ως προς ανάγκη δόμησης της συνεδρίας, εξαγωγή συμπερασμάτων, σύνδεση με την προηγούμενη συνεδρία, ανάγκη να συνοψίσει ο θεραπευόμενος στο τέλος της θεραπείας τι κατάλαβε και τι δεν κατάλαβε, διαδικασία με οποία οδηγούμαστε από την αρνητική σκέψη στην ενδιάμεση πεποίθηση και μετά στην πεποίθηση. Θα πρέπει να εξηγηθεί στο θεραπευόμενο (αφού συμπληρωθούν τουλάχιστο 65 ώρες συνεδριών) ότι αυτά δεν είναι απόλυτα («Ναι, υπάρχουν ορισμένοι άκαμπτοι συνάδελφοί μου που ακολουθούν αυτή τη δομημένη τεχνική. Όμως έχει γραφτεί – πού; στον Τηλεθεατή;- ότι αυτό κουράζει τους ασθενείς, και πράγματι όλοι οι ασθενείς μου, μου έχουν έρθει παρακαλώντας με, ικετεύοντάς με να μιλάμε ελεύθερα γιατί δεν αντέχουν αυτή τη δόμηση. Εγώ επειδή ενδιαφέρομαι πραγματικά για αυτούς και τους αγαπάω, δεν κάνω δόμηση, για το καλό τους»)

8. Συζήτηση για άλλο είδος θεραπείας που έμαθε ο θεραπευτής ότι κάνουν στο εξωτερικό, και το οποίο έχει σχέση με τη γνωσιακή θεραπεία επειδή δίνει απαντήσεις π.χ. γιατί ο ασθενής νιώθει κατώτερος, ή ότι τον δουλεύουν.

9. Ανακάλυψη ότι υπάρχουν στο φάκελο του θεραπευτή πολλές δεκάδες αρνητικών σκέψεων που λιμνάζουν επί μήνες, χωρίς να έχουν συζητηθεί. Επιχειρήματα για ανατροπή των ισχυρισμών του θεραπευόμενου («Μα εσείς φταίτε για τη διαχείριση του χρόνου, εγώ απλώς συζητάω αυτά που φέρνετε εσείς στη συνεδρία! Κοιτάξτε πως χαμογελάω σαν αυθόρμητο παιδί!»).

10. Ο θεραπευόμενος θα μπορούσε να επικοινωνήσει με με e-mail με άλλο γνωσιακό συμπεριφοριστικό θεραπευτή, πρώην μπάτσο, και να λάβει την απάντηση («Στη γνωσιακή θεραπεία υπάρχει πάντα δομή, επαγγελματικότητα και πάντοτε σαφής χρονικός ορίζοντας»). Η φράση «σαφής χρονικός ορίζοντας», μπορεί να χτυπήσει σαν καμπάνα στο μυαλό του θεραπευόμενου. Επικοινωνία με το θεραπευτή του.

11. Ο θεραπευτής μπορεί να στείλει μήνυμα SMS στο θεραπευόμενο, να μη ζητάει σαφή χρονικό ορίζοντα, επειδή «έχει διαταραχή προσωπικότητας» (πρώτη φορά να του το πει με SMS) και επομένως έχει «πολλή, πολλή, πολλή δουλειά ακόμα!»

12. Ο θεραπευτής, χωρίς να ακολουθήσει τη μέθοδο που περιγράφει η Judith Beck, για μετάβαση από αρνητικές σκέψεις σε ενδιάμεσες πεποιθήσεις, πρέπει να πετάξει στη μούρη του θεραπευόμενου ό,τι «πυρηνικές» πεποιθήσεις πρέπει να έχει (προσέξτε –όχι «έχει») ο θεραπευόμενος, αφού του έχει διαγνώσει τη συγκεκριμένη διαταραχή (ίσως να είναι η συγκεκριμένη διαταραχή που έχει αναλάβει σαν εργασία να παρουσιάσει σε ομήγυρη εκλεκτών θεραπευτών, οπότε ο πελάτης γίνεται guinea pig). Έτσι, θέλει δεν θέλει, ο θεραπευόμενος έχει δύο επιλογές ή να κάνει το θύμα, αποδεχόμενος πεποιθήσεις που δεν του πάνε, ή να πάει αλλού. Μπορεί ο θεραπευόμενος να ρωτήσει με e-mail μια άλλη θεραπεύτρια τι να κάνει. Σε μια τέτοια περίπτωση, εκείνη θα πρέπει να του απαντήσει, μεταξύ άλλων, ότι «πρέπει να συζητήσετε το θέμα με το θεραπευτή σας. Αν πάτε σε άλλο θεραπευτή μην παραλείψετε να του αναφέρετε το λόγο διαφωνίας σας με τον προηγούμενο».

13. Ο λόγος του προηγούμενου είναι προφανής. Για την περίπτωση που ο θεραπευόμενος το κρύψει από το νέο θεραπευτή του, θα πρέπει να ζητηθεί εκ των προτέρων από τους συναδέλφους να δείξουν συναδελφική αλληλεγγύη. Κανένας δεν πρέπει να δέχεται άνθρωπο που υποτίμησε τη διάγνωση και διαδικασία –καλή ή κακή- άλλου συναδέλφου.

14. Μπορεί να γίνει δεκτό αίτημα του θεραπευόμενου για γνωσιακή-συμπεριφοριστική θεραπεία μέσω μερικών e-mails, επι αμοιβή. Φυσικά στην αμοιβή περιλαμβάνονται 40 λεπτά για τη λήψη του μηνύματος και άλλα 40 λεπτά για την αποστολή της απάντησης, επειδή το computer του θεραπευτή είναι αργό και καθυστερεί στην πρόσβαση στο Ιντερνέτ και θα το αλλάξει ….. το Μάιο. Το περιεχόμενο των απαντητικών μηνυμάτων πρέπει να περιέχει μόνο διευκρινιστικές ερωτήσεις, χωρίς να οδηγεί σε κάποιο γνωσιακό συμπέρασμα. Παράλληλα να του μαθαίνει μερικά κόλπα για να θυμάται ονόματα (π.χ. για να θυμάσαι τον Γαβριήλ Γαβριηλίδη, να έχεις στο μυαλό σου το ΓΑΒ-ΓΑΒ του σκύλου).

15. Θα πρέπει να καταγγελθεί σαν απαράδεκτη η άποψη της Judith Beck, σύμφωνα με την οποία «είναι δυνατόν να υπάρχει και αρνητική σκέψη που να είναι αληθινή και στην περίπτωση αυτή ο θεραπευτής αντί να την αμφισβητεί, βοηθάει τον θεραπευόμενο να επιλύσει το βασικό του πρόβλημα». Αυτό φέρνει σε δύσκολη θέση το γνωσιακό θεραπευτή που έχει σαν στόχο του να δουλεύει μόνο από τα συγκεκριμένα γνωστικά λάθη, τα οποία έχουμε μάθει απέξω κι ανακατωτά. Διαφορετικά ανοίγει το κουτί της Πανδώρας και ….. Δεν είναι δουλειά του γνωσιακού θεραπευτή να ασχολείται με άλλο πρόβλημα (π.χ. αν έχασε τη δουλειά του ο θεραπευόμενος) εκτός από το να τον βοηθήσει να συνειδητοποιήσει τις στάνταρντ αρνητικές σκέψεις που κάνει.

16. Μπορεί τέλος να ανακαλύψει ο θεραπευτής (με καθυστέρηση 3 μηνών) ότι έχει ξεχάσει συγκεκριμένο κείμενο, το οποίο είχε υποσχεθεί να διορθώσει ως προς τη διαδικασία των αρνητικών σκέψεων. Τότε του λέγει «α νόμιζα ότι τα κάνατε με άλλο θεραπευτή το καλοκαίρι!».

17. Τελευταίο επιχείρημα, μετά από 70 ώρες συνεδριών, ο θεραπευτής μπορεί να πει «ε, αν τελικά δεν είστε ευχαριστημένος από την προσέγγισή μου, μπορείτε να πάτε σε άλλο θεραπευτή» (έχοντας βέβαια φροντίσει να σαμποτάρει επιτυχώς μια παρόμοια προσπάθεια προσέγγισης άλλου θεραπευτή). Αν ο θεραπευόμενος ζητήσει από το θεραπευτή του να του συστήσει κάποιον άλλον, εκείνος πρέπει να κάνει πως δεν ξέρει κανέναν. Μπορεί να προσποιηθεί μόλις γύρισε από σπουδές που έκανε στη Μαδαγασκάρη και δεν ξέρει ούτε έναν.

18. Οι θεραπευτές δεν πρέπει να νιώθουν άσχημα όταν διαχειρίζονται αρνητικές σκέψεις με αυτό τον τρόπο. Με τη διαδικασία αυτή ο θεραπευόμενος θα ξεχάσει την αρχική αιτία που τον ενοχλούσε και θα έχει αγανακτήσει με το θεραπευτή του (=θα μπορούσε να αποτελέσει κάποια βερσιόν ομοιοπαθητικής!) Επίσης, όταν ο θεραπευόμενος πάψει να αγανακτεί κατά του θεραπευτή (που δεν δίνει λογαριασμό σε κανένα και δεν νιώθει ποτέ άσχημα για το «έργο» του), σημαίνει ότι είναι κοντά στο τέλος της θεραπείας.

19. Γενικά ο Γνωσιακός θεραπευτής πρέπει να είναι ένα αυθόρμητο παιδί, απαλλαγμένο από οποιοδήποτε αίσθημα ενοχής, ευχάριστο στην παρέα του, που θα αντιμετωπίζει τα πάντα με ένα χαμόγελο και δεν θα κρατάει άσχημες σκέψεις στο κεφάλι του.


Profitable cognitive behavior techniques employed by psychotherapists (psychologists) in Greece in order to extend indefinitely the length of therapy (Taken from A. Beck and distorted in a Greek style).

(renewed)

1. Spotting the negative thought (cognitive error), for instance, examining if the therapy followed is a cognitive behavior therapy or a charlatan therapy. Writing it down. In case such a spotting of the negative thought is not producing any results, the therapist asks the patient to discuss about negative thoughts related to obesity, even if the patient is not oversized at all.

2. Giving to the patient a page with a childish outline and drawings and explanation of the usual negative thoughts, which doesnʼt make any sense at all, probably because the person who drafted it, was in a mental disarray. Discussing about the patients inability to understand what in the hell all these mean. The therapist is assuring the patient that 99% of his patient understand the meaning of the particular page and cooperating fully, writing down their negative thoughts. In addition the //Established Authority// uses them.

3. The therapist is proposing the patient to start reading books (bibliotherapy). However the recommended books describe a cognitive therapy which is totally different from the followed one at this time. The patient is understanding that he has a lot of negative thoughts. He is writing them down. He is presenting them to the therapist. The therapist feels embarrashed. (“I told you that with a difficulty I extract one single negative thought from my patients and you already brought me so many!”). The therapist forgets what he told about 99% understand at once and cooperating fully with the therapist analyzing their negative thoughts.

4. The therapist makes remarks to the patient about putting the negative thoughts in one column, while using other columns for the assumptions, intermediate core beliefs, reinforcing events, alternative suggestions, how he feels after his own suggestions. Spending a whole session on trying to explain to the patient the fact that the word “core” in core beliefs is translated into Greek with “nuclear”, “nuclear beliefs” and not core beliefs, as the ignorants believe. This is supported by two arguments. First it is translated in such a way in the Eginiteion Psychiatric Hospital, where disagreement is not favored (May be,as part of the decentralization program, the Eginiteion Psychiatric Hospital assuming the task of keeping and elaborating the Greek Language, replacing the Academy of Athens). The second is that it is translated in such a way in the Divryʼs English-Greek dictionary, written by George Konstantopoulos from the village of Divry in the mountain Parnassos.

5. Without analyzing and elaborating the produced and stored negative thoughts, the therapist asks the patient to look for some more. The patientʼs list is continually rejected by the therapist with the recommendation to make the columns more and more stylish.

6. Self disclosures of the therapist, so that the patient can grasp them and write them down as an exercise. He has to challenge his own thoughts, and write down how he feels about doing all the work himself. The therapist asks the patient no to take any more pictures with his digital camera because she has put cream in her face and is glistening.

7. At the request of the patient, discussion is being made about Judith Beck and her book “Cognitive Therapy, Basics and Beyond”, relating to the need for structuring the sessions, need for extracting some conclusions at the end of the session, bridging with the previous session, need for resuming at the end, realizing what the patient understood and what he didnʼt, about the process followed in order to arrive to a negative thought, intermediate belief, core belief etc. After having completed approximately 65 hours of sessions the patient realized from the words of his therapist that all these are not absolute. (“Yes, there are some colleagues of mine that follow this strict procedure. However it is written (where?) the patient is tired out of this, and in fact all my patients have come begging me, imploring me to talk freely, because they canʼt sand the structuring of the session. An as I am interested in their welfare, I donʼt structure my sessions”). A therapist that respects himself never reads the following http://www.primarypsychiatry.com/asp...?articleid=332

8. Discussing about any other therapies that the patient is aware of and related to the cognitive and behavior therapy model, which might give the patient ideas that he is being cheated by his therapist.

9. Discovering that in the dossier kept by the therapist there are numerous negative thoughts given by the patient which have not been elaborated for months. The therapist can disarm the patient by saying “the structure and the time used during the therapy is your responsibility. You shouldnʼt produce so many ideas during the session, Ha, ha ha, look how I smile like a “Spontaneous Child”!”

10. The patient could eventually contact thought email another cognitive behavior therapist, an ex cop, and receive the following answer: “In the cognitive behavior therapy there is always a structure, professionalism, and a clear timetable. The word “clear timetable” sounds like a bell in the patientʼs mind. He contacts his therapist.

11. The therapist could eventually send an SMS message to the patient asking him not to ask for a “clear timetable”, because he has been diagnosed as “borderline” (the diagnosis is sent though SMS) and there is a lot, a lot of work be done. The differences between psychologists/therapists from psychiatrists/ therapists is that the psychologist have a low self esteem and a disguised mental handicap. In Greece the majority of the mental patients are women. The majority of psychologists/therapists are also women. That means that a mentally handicapped woman would make an option, either continue to be a mental patient for the rest of her life, or become a psychotherapist. With psychiatrists we see something different. They have clinical experience in clinics and hospitals, while the psychologists have little or nothing. The //Established Authority// offers them supervised sessions that end in a few months with the therapist saying “We have now concluded our therapy, Good-by!”)

12. The therapist, without following the method described by Judith Beck, for moving from negative thoughts, to intermediate beliefs and core beliefs, could eventually throw to the patientʼs face whatever “nuclear” beliefs (what Americans call “core beliefs”) the patient should have (yes! Should have!) by virtue of the diagnosis of borderline personality disorder being already made. That means that in Greece first the therapist makes the diagnosis –usually at the bank when waiting for a bank loan- and afterwards looks for the “nuclear” beliefs that the patient was supposed to have. The diagnosis should be what the therapist has presented in her //Established Authority// as a difficult case, with imaginary behavior of her patients and has received with a general applause from the participants in the meeting. The patient is not entitled to disagree. If he objects the “nuclear” belief “the world is hostile and dangerous” he has to live with it. The therapist is never mistaken, especially if the patientʼs objection can make the therapist loose his diploma from the //Established Authority//.

13. The patient could contact by email another therapist. She might answer “you should go back to your therapist and discuss again the issue with him. You shouldnʼt break the relationship”. If you go to another one, the first thing to discuss in the disagreement with your previous therapist.

14. The patient could eventually visit another therapist (male) who is the boyfriend of the previous female therapist and one of the supervisors of the //Established Authority//. The established practice requires every cognitive therapist to contact every colleague of his or hers to find out whether the patient has escaped from them and seeks therapy elsewhere. When a patient escapes therapy, he is treated in a way resembling neutrality of foreign ships during a war blockade. They give description not only of his name, but also of his face, his height, weight, hair etc, so that they exclude that the escapee uses a false identity. The supervisor, after collecting the fees of two visits (2X70=140 Euros, or $ 100) could say to the patient:
THERAPIST (male): I canʼt accept you for therapy because I shall be treating your wife in the same time.
PATIENT: No, my wife has told you that she doesnʼt like to initiate therapy with you.
THERAPIST: But she might change her mind!
PATIENT: So you donʼt accept me?
THERAPIST: You should go back to your previous therapist.
The therapist can disguise herself when rejects an escaped patient by saying “I noticed that you eat meat more than twice a week. I know a therapist that is suited for you. There is no point of discussing other problems. I donʼt want to hear anymore. Go!” (Something similar happened to me!)

15. The reason for such a procedure followed is obvious: Solidarity is the key for the survival of the incompetent professionals. A therapist should never accept anybody who has undervalued the colleagueʼs opinion.

16. The therapist can accept the patientʼs proposal for a cognitive behavior therapy through email. In the cost of one hour e-mail session the patient is charged for 40 minutes that are required for receiving the message and 40 more for sending the answer, because the therapistʼs laptop is very slow and will be replaced later in May. The messages include material totally depleted of cognitive behavior material , for instance “ I should teach you how to remember names. For Mike Goof, you should remember Mikey and Gooffy.”

17. Judith Beck says in her book Cognitive therapy, Basics and beyond that “when there is a negative thought that is true –related to a fact –the therapist, instead of challenging the thought, should concentrate on how to help the patient solve the problem”. This is very embarrassing for the therapist because he or she has learned in the //Established Authority// only a photocopied textbook of 90 pages that includes all the cognitive therapy and no-one has ever heard of Judith Beck in his life. The usual symptoms treated by the cognitive therapist is “Oh my God I canʼt wake up at 7,00 in the morning”, “I canʼt stop eating”, “My boyfriend the supervisor doesnʼt like me” etc. They are unable to deal with real human problems.

18. The therapist has the ultimate argument that present to the patient after completing about 70 hours of therapy: Since you are not pleased by my approach (nice word!) you should go to another therapist. Of course at the same time the therapist undermines all attempts of the escaped patient to be admitted to therapy by another therapist, as described above. If the patient asks the therapist for a recommendation the therapist might claim that she came to Greece after a lengthy stay in Madagascar for studies and doesnʼt know any other therapist

19. Therapists should never feel bad when they are dealing with patientʼs negative thoughts in such a way. By using the above procedure the patient shall forget the initial cause that brought him to therapy (it could be a sort of homeopathy treatment). When the patient ceases to feel indignant of his therapist, that means he is close to the end of therapy.

20. Generally speaking, the cognitive behavior therapist must be Spontaneous Child, free from any feeling of guilt, loved by his friends and colleagues, that would examine everything with a smile and would never keep bad thought in his/her mind.



MondDivi5i0n
Junior Member Join Date: Dec 2007
Posts: 6

My Humble Opinion
________________________________________
I am facinated with your picture of an extensive 'Old Boy' network of CBT therapists in Greece. If this is true, I would certainly suggest looking for a therapist that shows some affinity for the specific paradigm you subscribe to, rather than one that is a member of the network that labels themselves as CBT therapists. Something like, "Do you appreciate the work of..." might be a better question than, "Are you a CBT therapist?"

I have seen the benefits of the basic application of RET, a CBT technique or concept. I've seen angry people look at their anger and rework their initial emotional response through a cognitive process to effect a much different and healthier reaction.

Παραθέτω μια υπεύθυνη απάντηση από επιστήμονα αδιαμφισβήτητου κύρους:

Απάντηση από το DepNet

Θα ήθελα με την ευκαιρία του μηνύματός σας να σημειώσω ότι κατά την γνώμη μου η γνωσιακή - συμπεριφορική ψυχοθεραπεία δεν είναι μια θεραπεία των "ψυχολόγων" οι οποίοι τώρα τελευταία την ανακάλυψαν και την συστήνουν για πάσα νόσο.

Κατ'αρχάς να επισημάνω ότι ο θεμελιωτής της, ο Aaron Beck, είναι Αμερικανός ψυχίατρος και ανέπτυξε την θεραπεία στο Πανεπιστήμιο της Penssylvania στις αρχές της δεκαετίας του 1960, κυρίως για την θεραπεία της κατάθλιψης και στην συνέχεια για την θεραπεία των διαταραχών άγχους.

Σημαντική συμβολή στην θεμελίωση της θεραπείας είχε η κόρη του Judith Beck η οποία είναι κλινικός ψυχολόγος στο τμήμα Ψυχιατρικής του ίδιου Πανεπιστημίου. Αυτό που διακρίνει τους θεραπευτές αυτής της ψυχοθεραπείας είναι η σημαντική κλίνική πείρα, δηλαδή η επί χρόνια ενασχόλησή τους με πραγματικούς ασθενείς οι οποίοι πάσχουν από σχετικά προβλήματα τα οποία μπορούν να θεραπευθούν με αυτή την θεραπεία. Αν και οι ψυχίατροι, εκ του αντικειμένου τους (ιατρική ειδικότητα με εξειδίκευση στην διάγνωση και θεραπεία των ψυχιατρικών διαταραχών) πληρούν συνήθως αυτό το κριτήριο, πολλοί ψυχολόγοι που δουλεύουν στην Ελλάδα δεν το πληρούν κατά την γνώμη μου, αφού το αντικείμενο των σπουδών τους δεν είναι η διάγνωση και θεραπεία νοσημάτων (αυτό το αντικείμενο καλύπτεται από τις ιατρικές σχολές).

Αυτό σημαίνει ότι οι ψυχολόγοι οι οποίοι είναι σε θέση να θεραπεύσουν ασθενείς πρέπει απαραιτήτως να έχουν σημαντική κλινική πείρα και τέτοια πείρα αποκτάται είτε με εργασία πολλών ετών στο εξωτερικό είτε με εργασία σε ψυχιατρικά τμήματα ή κέντρα ψυχικής υγείας κ.λ.π όπου και υπάρχει δυνατότητα εξέτασης και παρακολούθησης ασθενών με επίβλεψη.

Δεν γνωρίζω σε ποιο κέντρο αναφέρεστε αλλά από την περιγραφή που μου δίνετε μάλλον βγάζω το συμπέρασμα ότι πρόκειται για κάποιο μεταπτυχιακό πρόγραμμα το οποίο προφανώς δεν μπορεί να ανταποκρίνεται σε αυτή την περιγραφή, τουλάχιστον για τον θεραπευτή που αναφέρετε. Σίγουρα υπάρχουν ανάγκες εκπαίδευσης αλλά ίσως θα έπρεπε να το γνωρίζετε αυτό εκ των προτέρων, ιδιαίτερα μάλιστα αν πληρώνατε για την υπηρεσία αυτή.

Φυσικά παρόμοια περιστατικά μου έχουν αναφερθεί από διάφορους ασθενείς οι οποίοι επισκέφθηκαν ιδιώτες ψυχολόγους στα γραφεία τους, τις περισσότερες φορές νομίζοντας ότι είναι γιατροί. Πιστεύω ότι ο κλάδος των ψυχολόγων θα ωφελούταν σημαντικά εάν προσπαθούσε να διασφαλίσει με αυστηρά κριτήρια ποιος μπορεί να ασκεί κλινικό έργο και τι είδους έργο, ιδιαίτερα σε μέρη, όπως τα ιδιωτικά γραφεία, στα οποία δεν υπάρχει καμιά απολύτως επίβλεψη.

Για να μην κατηγορηθώ ότι μεροληπτώ υπέρ των γιατρών, να αναφέρω ότι όπως και οι ψυχολόγοι πολλές φορές προφασίζονται τους γιατρούς χωρίς να είναι, έτσι υπάρχουν και γιατροί οι οποίοι προφασίζονται τους ειδικούς στην θεραπεία ψυχιατρικών διαταραχών χωρίς να γνωρίζουν το αντικείμενο και κατά παράβαση της ιατρικής δεοντολογίας. Αναφέρομαι στους νευρολόγους, οι οποίοι εκμεταλλευόμενοι την σύγχυση του κόσμου για τα ψυχιατρικά προβλήματα, αναλαμβάνουν την "θεραπεία" κατάθλιψης και αγχωδών διαταραχών κυριολεκτικά στου κασσίδη το κεφάλι. Ευτυχώς, οι περισσότεροι σοβαροί νευρολόγοι αρνούνται την θεραπεία αυτών των προβλημάτων και παραπέμπουν τους ασθενείς σε ψυχιάτρους.

Είναι σαφές ότι τη σήμερον ημέρα καλό είναι ο κάθε άνθρωπος να μην εμπιστεύεται την υγεία του σε όποιον δηλώσει ότι μπορεί να τον κάνει καλά, αλλά να επιλέγει με προσοχή και ύστερα από έρευνα.

Με εκτίμηση,

Πέτρος Σκαπινάκης

10:30 AM  

Post a Comment

<< Home