Saturday, November 12, 2005

Η ΑΚΡΟΓΙΑΛΙΑ - ΠΡΑΞΗ ΔΕΥΤΕΡΗ

ΣΚΗΝΗ ΕΒΔΟΜΗ

Ο Στέλιος συγυρίζει στο ταβερνάκι. Βάζει δίσκο στο τζουκ - μποξ και τον συνοδεύει. Έρχονται οι δυο αδελφές.

ΜΑΡΙΓΩ: Αχ, ξεποδαριαστήκαμε…

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Αποστάσαμε…

ΣΤΕΛΙΟΣ: Καλώς τις θείες μου! Πως πήγε η λειτουργία στον Άγιο Χριστόφορο; Είχε κόσμο το εκκλησάκι; Είχαν έρθει όλες οι κυρίες του συνοικισμού; καλός ο παπάς; Ήταν ο παπά - Γιώργης ή ο παπά - Γα…

ΟΙ ΔΥΟ ΜΑΖΙ: Στέλιοο…

ΣΤΕΛΙΟΣ: …Γαβριήλ; Ορίστε;

ΜΑΡΙΓΩ: Είσαι καλός, χρυσός, τζιέρι μου, αλλά όταν σε πιάνει η πολυλογία σου, αμάν…

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Σαν το κάρο που παίρνει την κατηφόρα και δεν σταματά και παρασέρνει ό,τι βρει μπροστά του και γκρεμίζει καρέκλες και τραπέζια και γλάστρες και τρέχουν όλοι να κρυφτούν και χάνουν οι μάνες τα παιδιά…

ΣΤΕΛΙΟΣ: … και τα παιδιά της μάνες! Άφησε, θεία Αντριάνα, η πολυλογία, ως φαίνεται, είναι κολλητική αρρώστια κι εγώ ξέρετε από πού κόλλησα; Από εσάς τις δυο!

ΟΙ ΔΥΟ ΜΑΖΙ: Στέλιοο…

ΣΤΕΛΙΟΣ: Καλά, δεν ξαναμιλάω…

ΜΑΡΙΓΩ: Έλα βρε παιδί μου, μη θυμώνεις, δεν σε είπαμε και καμπούρη. Λοιπόν, θέλουμε να μας κάνεις μια χάρη.

ΣΤΕΛΙΟΣ: Τι χάρη;

ΜΑΡΙΓΩ: Εμείς που σ’ αγαπάμε…

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Εμείς, που σ’ έχουμε σαν παιδί μας…

ΣΤΕΛΙΟΣ: Τι χάρη;

ΜΑΡΙΓΩ: Ε, να, μας έλεγε ο παπά - Γιώργης πως είναι ντροπή το ξωκλήσι του Αγίου Χριστοφόρου να είναι έτσι μουτζουρωμένο, σε τέτοια χάλια…

ΣΤΕΛΙΟΣ: Ωχ!

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Το χτίσαμε εμείς οι πρόσφυγες, όταν ήρθαμε εδώ, γύρω στο τριάντα, εις ανάμνησιν του ναού του Αγίου Χριστοφόρου, που είχαμε στο Τσεσμέ, μεγάλη η χάρη του…

ΜΑΡΙΓΩ: Μεγάλη η χάρη του!

ΣΤΕΛΙΟΣ: Ωχ, ωχ…

ΜΑΡΙΓΩ: Λοιπόν Στελάκη, είπαμε στον παπά - Γιώργη ότι θα πας εσύ και θα το ασπρίσεις…

ΣΤΕΛΙΟΣ: Ωχ, ωχ, ωχ, ωχ…

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Έλα, μη βαρυγκωμάς. Τι είναι για σένα; Δυο - τρεις ωρίτσες δουλειά, αν ξεκινήσεις τώρα, ως το σούρουπο θα είσαι πίσω…

ΣΤΕΛΙΟΣ: Τώρα; Μα το αφεντικό λείπει για ψώνια και μου είπε να ετοιμάσω το μαγαζί…

ΜΑΡΙΓΩ: Μη σεκλετίζεσαι, εμείς θα τα κάνουμε όλα! Μήπως πρώτη φορά θα είναι;

ΣΤΕΛΙΟΣ: Όχι, αλλά…

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Κι εμείς δεν θα σ’ αφήσουμε παραπονεμένο… Όταν έρθεις θα είναι έτοιμος ένα ταψί μπακλαβάς…

ΣΤΕΛΙΟΣ: Αλήθεια;

ΜΑΡΙΓΩ: Με μπόλικο μέλι και καρύδι… Άντε τώρα, πάρε ασβέστη και βούρτσα από την πίσω αυλή και πήγαινε…

ΣΤΕΛΙΟΣ: Θα κουβαλήσω τον ασβέστη και τη βούρτσα στην πλάτη, ως του διαόλου του μάνα;

ΟΙ ΔΥΟ ΜΑΖΙ: Στέλιοο…

ΣΤΕΛΙΟΣ: Καλά, καλά, πηγαίνω! Αλλά να είναι σοροπάτος ο μπακλαβάς!

ΜΑΡΙΓΩ: Έννοια σου…

ΣΤΕΛΙΟΣ: Πάντως τον μπακλαβά, όπως τον έφτιαχνε η κυρά - Ευτέρπη, δεν τον πετυχαίνετε… (Φεύγει).

ΜΑΡΙΓΩ: Αχ, να μην το ακούω αυτό το όνομα, να μην το ακούω!

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Μας έκαψε Θεέ μου, μας έκαψε, ήμαρτον…

ΜΑΡΙΓΩ: Ο καημένος ο Αργύρης… Έγινε φονιάς για χάρη της, πήγε φυλακή, έχασε τα παιδιά του…

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Άσε που για χάρη της άφησε εμάς ανύπαντρες και παντρεύτηκε αυτός, να μη χάσει το λαχείο…

ΜΑΡΙΓΩ: Καλά, άστο αυτό, δε φταίει ο Αργύρης… Έντεκα προξενιά της καθεμιάς μας έφερε, μετά που είχε παντρευτεί.

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Ναι, πως… Και γέροι ολίγον προ του τάφου μας ήρθαν και κουτσοί και αλλήθωροι και τριπίθαμοι - α, και ένας σπανός για σένα, τον θυμάσαι; Μεγάλη ποικιλία, τι να σου πω…

ΜΑΡΙΓΩ: Αμ ποιοι θα ερχόντουσαν, τα βασιλόπουλα; Βλέπεις οι πόλεμοι τους είχανε θερίσει τους άντρες, βγάλε από το λογαριασμό και τους λειψούς, πόσοι απομένανε; Αλλά είμαστε κι εμείς ξερά κεφάλια…

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Δε βαριέσαι… Είδαμε και την προκοπή του αδελφού μας με το γάμο…

ΜΑΡΙΓΩ: Δε λες πάλι καλά που βρέθηκε αυτή η κοπέλα και δεν έμεινε μαγκούφης…

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Αχ, μεγάλο κρίμα, μεγάλη αμαρτία… Τι καιροί, Παναγία μου… Τη βρήκε τότε που γύριζε με τα αποσπάσματα, στις Σέρρες κοντά… Αυτή κοριτσάκι, ορφανό, χαμένο, ούτε τα δεκαπέντε δεν είχε κλείσει καλά καλά… Μας την έφερε εδώ και μήνες μετά γέννησε τον πρώτο, τον Σπύρο, το βαφτιστήρι μου…

ΜΑΡΙΓΩ: …και την άλλη χρονιά τον Αλέξη, το δικό μου βαφτιστήρι…

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Αχ… Έγιναν κιόλας άντρες…

ΜΑΡΙΓΩ: Είκοσι χρόνια κλείνουν σε λίγο, κι αυτή κερί αναμμένο για τον Αργύρη. Με το χαμόγελο, με την καλή κουβέντα…

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Μια χαρά κοπέλα, όμορφη, νοικοκυρά, φιλότιμη…

ΜΑΡΙΓΩ: Ε λοιπόν δεν πάει άλλο! Πρέπει να το αποφασίσει και να τη στεφανωθεί!

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Μακάρι, Παναγία μου! Αλλά όσες φορές του φέραμε την κουβέντα, αυτός κάνει τον χαζό, αποφεύγει…

ΜΑΡΙΓΩ: Λες να σκέφτεται ακόμα την άλλη;

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Σώπα καημένη! Μετά από τόσα χρόνια, μετά από τέτοια προδοσία…

ΜΑΡΙΓΩ: Η λύση δεν είναι να του το λέμε εμείς. Πρέπει να του το πει η Αλκμήνη!

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Η Αλκμήνη; Αποκλείεται! Αυτή τον κοιτάζει και καταπίνει τη γλώσσα της… Που να τολμήσει να του πει τέτοιο πράγμα!

ΜΑΡΙΓΩ: Να τολμήσει και να παρατολμήσει! Είκοσι εφτά χρόνια διαφορά έχουνε! Του έκανε δυο παλικάρια σαν τα κρύα τα νερά! Και τώρα που γέρασε πια, τα πάτησε τα εξήντα δυο, αυτή θα τον γηροκομήσει… Ε, όχι κύριε Αργύρη, μην είσαι τόσο αχάριστος… Εσύ κερδίζεις στο κάτω κάτω…

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Σωστά! Λοιπόν, να της μιλήσουμε…

ΜΑΡΙΓΩ: Τράβα να τη φωνάξεις, στο περιβόλι θα είναι ακόμα.

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Πηγαίνω (φεύγει).

ΣΚΗΝΗ ΟΓΔΟΗ

Η Μαριγώ περιμένει .Έρχονται η Αντριάνα και η Αλκμήνη,

ΜΑΡΙΓΩ: Έλα κορίτσι μου, έλα…

ΑΛΚΜΗΝΗ: Ήμουνα στο περιβόλι…

ΜΑΡΙΓΩ: Ναι, σε είχε πάρει το μάτι μου την ώρα που γυρίζαμε από τον Άγιο Χριστόφορο.

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Ας καθίσουμε εδώ…

ΜΑΡΙΓΩ: Λοιπόν Αλκμήνη, ξέρεις πόσο σ’ αγαπάμε, κι εσένα και τα παιδιά…

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Εσύ είσαι η νύφη μας…

ΜΑΡΙΓΩ: …και πρέπει να τελειώνει αυτή η ιστορία με σένα και τον Αργύρη!

ΑΛΚΜΗΝΗ: Πώς να τελειώνει;

ΜΑΡΙΓΩ: Να μιλήσεις του Αργύρη.

ΑΛΚΜΗΝΗ: Να μιλήσω του Αργύρη; Τι να του πω;

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Ότι έφτασε η ώρα να πάρει την απόφασή του! Είκοσι χρόνια είσαστε μαζί, δυο γιους έχετε, μεγάλη αμαρτία από τον Θεό να ζείτε έτσι, αστεφάνωτοι… Όσο για την άλλη, την προκομμένη, μάθαμε θετικά: Τόσα χρόνια εγκατάλειψη συζυγικής στέγης, το διαζύγιο βγαίνει στο άψε - σβήσε!

ΑΛΚΜΗΝΗ: Μα πώς να του το πω; Αν το ήθελε, θα έκανε κάτι ο ίδιος. Άρα, δεν το θέλει…

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Το θέλει, δεν το θέλει… και τι είναι ο Αργύρης να γίνεται μονάχα το δικό του;

ΜΑΡΙΓΩ: Ήρεμα, αδελφή… Εγώ λέω ότι το θέλει, αλλά βολεύεται έτσι, το αναβάλει και στο τέλος δεν θα γίνει τίποτα… Λιγάκι ζόρισμα χρειάζεται, από σένα…

ΑΛΚΜΗΝΗ: Εγώ, αδύνατον, δε μπορώ… Γιατί δεν του μιλάτε εσείς;

ΜΑΡΙΓΩ: Αχ βρε κουτό, λες να μην του έχουμε μιλήσει; Μια και δυο φορές μονάχα;

ΑΛΚΜΗΝΗ: Και τι λέει;

ΜΑΡΙΓΩ: Αμ δε λέει… Κάνει το κορόιδο, ούτε υπέρ ούτε κατά. Γι’ αυτό, εσύ πρέπει να το ζητήσεις. Όχι να το ζητήσεις, να το απαιτήσεις!

ΑΛΜΗΝΗ: Μα τι να του πω; Ούτε τα λόγια δεν βρίσκω…

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Ακούς εκεί, τι να του πεις… Θα του πεις ότι είμαστε χριστιανοί, δούλοι του Θεού και ο Θεός έκανε το γάμο για την οικογένεια.

ΜΑΡΙΓΩ: Τώρα μάλιστα, αν του το ακούσει αυτό ο Αργύρης θα γυρίσει το μάτι του ανάποδα - και θα τρέξει να ντυθεί γαμπρός… Άλλο πρέπει να του πεις: Ότι έχει δυο παιδιά, κι αν πεθάνει αύριο το πρωί - χτύπα ξύλο! - θα μείνουνε στους πέντε δρόμους, χωρίς το όνομά του και χωρίς μια πιθαμή χώμα δικό τους…

ΑΛΚΜΗΝΗ: Μα δεν θα τα αφήσει τα παιδιά…

ΜΑΡΙΓΩ: Με τα λόγια; Βρε, αν πεθάνει - ξαναχτύπα ξύλο! - θάρθει η άλλη με τα δικά της, νόμιμη σύζυγος, και θα τα σαρώσει όλα!

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Βλέπεις, όλη αυτή η ακρογιαλιά είναι δική μας. Έξι αδέρφια είμαστε, έξι μερτικά. Αλλά τα τρία μεγαλύτερα χάθηκαν νωρίς και τα μερτικά τους πήγαν στον Αργύρη, να μην τα πάρουν οι γαμπροί…

ΑΛΚΜΗΝΗ: Ποιοι γαμπροί;

ΜΑΡΙΓΩ: Οι δικοί μας, ψυχή μου… Αυτοί που θα ερχόντουσαν να μας ζητήσουν και θα παίρνανε μαζί με καθεμιά από μας και τριάντα στρέμματα, όχι ότι αξίζουν τίποτα δηλαδή, μπροστά στη θάλασσα είναι, τα τρώει η αλμύρα, άχρηστα, αλλά τέλος πάντων κάτι είναι νάχεις λίγο τόπο δικό σου…

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Λοιπόν οι γαμπροί δεν ήρθανε, μάλλον αυτοί που ήρθανε δεν μας κάνανε, χάσανε τις νύφες, χάσανε και τα στρέμματα…

ΜΑΡΙΓΩ: Εσύ όμως είσαι αλλιώς! Μικρή μικρή τον βρήκες τον Αργύρη…

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: …Και τώρα που πέρασε ο καιρός, πρέπει τα πράγματα να διορθωθούν σύμφωνα με το θέλημα του Θεού…

ΜΑΡΙΓΩ: …και τα συμφέροντα των ανθρώπων! Λοιπόν, θα μιλήσεις στον Αργύρη;

ΑΛΚΜΗΝΗ: Όχι.

ΜΑΡΙΓΩ - ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Όχι;

ΑΛΚΜΗΝΗ: Σας ευχαριστώ για την αγάπη σας, μιλάτε σαν πραγματικές αδελφές μου… αλλά…

ΜΑΡΙΓΩ: Τι αλλά; Πες μας!

ΑΛΚΜΗΝΗ: Δεν είναι εύκολο, αλλά σε σας θα τα πω… Χρόνια μέσα μου με πνίγουν και δεν έχω μιλήσει σε κανέναν… Ντρεπόμουν, φοβόμουνα κιόλας, όσο τα παιδιά ήταν μικρά. Τώρα ούτε ντρέπομαι κανέναν, ούτε φοβάμαι τίποτα! Έπειτα, δεν είχα εμπιστοσύνη σε άνθρωπο, εκτός από τον Αργύρη. Εσάς που με δεχτήκατε, που με αγκαλιάσατε από την πρώτη στιγμή, δεν ένοιωθα καλά που δεν σας είχα μιλήσει ποτέ… Και τώρα θέλετε να με παντρέψετε με τον Αργύρη…

ΜΑΡΙΓΩ: Έλα, μην κλαις…

ΑΛΚΜΗΝΗ: Στην κατοχή, το χωριό μου, στις Σέρρες κοντά, ήταν ανταρτοχώρι, οι περισσότεροι ήταν με το ΕΑΜ, πολλά παιδιά είχαν πάει στον ΕΛΑΣ, και τα αδέλφια μου είχανε πάει… Περάσαμε πολλά, οι Βούλγαροι μας κάψανε τα σπίτια, σκοτώθηκαν πολλοί… Το σαράντα εφτά, Απρίλη μήνα, ήρθε η σειρά των άλλων, εγώ ήμουν δεκαπέντε χρονών τότε, κοπελίτσα. Φόβος και τρόμος… Μην τα πολυλογώ, μπήκανε στο χωριό καμιά τριανταριά Μάυδες, έτσι τους έλεγαν, τους είχε ο στρατός για βοηθητικούς… Μας μάζεψαν, χωριστά άντρες - γυναίκες, εμένα με τράβηξαν σε μια αποθήκη… Ήτανε και τρεις από το χωριό, αυτοί με χτυπούσαν, χαστούκια, γροθιές, κλωτσιές, και μου ‘λεγαν πως ο αδελφός μου είχε σκοτώσει επί ΕΛΑΣ τα αδέρφια τους…

ΜΑΡΙΓΩ: Αλήθεια ήταν;

ΑΛΚΜΗΝΗ: Αλήθεια. Το ΄44 το ΕΑΜ ήταν εξουσία στα χωριά και ο αδελφός μου ήταν στο ΕΑΜ και το Κόμμα, ήταν υπεύθυνος για το χωριό, έκανε ό,τι ήθελε. Μόλις έφυγαν οι Βούλγαροι, ο ΕΛΑΣ μάζεψε εικοσιέξι χωριάτες αντιδραστικούς, τους πέρασαν από δίκη στην πλατεία του χωριού και τους πήγαν πίσω από τον Άγιο Γεώργιο, το νεκροταφείο… Τους έστηναν πέντε πέντε στη μάντρα και τους τουφεκίζανε… Εμείς τα παιδιά είχαμε κρυφτεί ένα γύρω και βλέπαμε… Ο αδερφός μου στεκόταν μπροστά και διάβαζε τα ονόματα, από κάτι χαρτιά… Όταν ακουγόταν το όνομα ενός, ορμούσαν οι αντάρτες στο σωρό και τον άρπαζαν… Ανάμεσα στους σκοτωμένους ήταν δυο αδέλφια αυτών που με πιάσανε και με χτυπούσαν…

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Θεέ μου…

ΑΛΚΜΗΝΗ: Εκτός από το ξύλο, μου σκίσανε τα ρούχα, έμεινα γυμνή. Έπεσαν πάνω μου… Με τον μικρότερο απ’ αυτούς πηγαίναμε μαζί στο σχολείο, αυτός ήταν ένα χρόνο μεγαλύτερος… Ξέχασαν τους σκοτωμένους τους και γελούσαν με μένα… Όταν τελείωσαν, φωνάξανε και τους άλλους… Ο μεγάλος στάθηκε στην πόρτα της αποθήκης και φώναζε, τους μάζευε… Ελάτε, ελάτε, έχουμε εδώ μια μικρή πουτάνα, μεγάλη κουμμούνα – και γελούσε…Έμπαιναν τρεις τρεις στην αποθήκη, δε χωρούσαν περισσότεροι… με πέρασαν όλοι, τριάντα τόσα κτήνη, ο ένας μετά τον άλλον… σε καμπόσους δεν τους έφτασε η μία, περάσανε και δεύτερη φορά… Είχα γίνει ένα κουρέλι, ματωμένη, ξευτελισμένη, να λαχταρώ το θάνατο… Ήθελα να τελειώσει πια το μαρτύριο, δεν ήθελα να ζήσω, αλλά θυμάμαι ότι προσευχόμουν στην Παναγιά, να γίνει ένα θαύμα…Θα με σκότωναν αυτοί που τα είχαν με τον αδελφό μου, ήμουνα σίγουρη… Τότε ήρθε ο Αργύρης στην αποθήκη…

ΜΑΡΙΓΩ: Ο Αργύρης;

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Ψυχή μου, τι πέρασες…

ΜΑΡΙΓΩ: Και τι έγινε; Τι έκανε ο Αργύρης;

ΑΛΚΜΗΝΗ: Ο Αργύρης… Μόλις με είδε σ’ αυτό το χάλι, έβαλε τις φωνές στους άλλους, τους έδιωχνε… Οι χωριανοί μου φώναζαν να μην ανακατεύεται, θα με σκοτώσουν οπωσδήποτε… Τότε εκείνος σήκωσε καταπάνω τους το αυτόματο… Τον βρίζανε, αλλά φοβήθηκαν και έφυγαν… Με τύλιξε τότε στη χλαίνη του και με πήγε σ’ ένα δικό τους σπίτι, δεξιό… Κανόνισε να με κρατήσουν, μέχρι να συνέλθω… μετά ερχόταν, μέρα παρά μέρα και μ’ έβλεπε… Δεν ξέρω πως έζησα, δεν ξέρω πως δεν τρελάθηκα… Μόνη μου ελπίδα ήταν ότι θα ερχόταν να με δει αυτός… Δεν με άγγιξε καθόλου… Το καλοκαίρι, όταν γύρισε στον Πειραιά μ’ έφερε μαζί του. Σε λίγους μήνες γέννησα τον Σπύρο…

ΜΑΡΙΓΩ: Θέλεις να πεις ότι ο Σπύρος δεν είναι παιδί του Αργύρη;

ΑΛΚΜΗΝΗ: Όχι, δεν είναι…

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Είναι, όμως, ο Αλέξης…

ΑΛΚΜΗΝΗ: Είναι, Αντριάνα…

ΜΑΡΙΓΩ: Και ο αδελφός σου, τι απόγινε;

ΑΛΚΜΗΝΗ: Τον σκότωσαν, το Νοέμβρη του ΄45. Είχε κρυφτεί σ΄ ένα γειτονικό χωριό, τον έπιασαν… Τον χτυπούσαν με παλούκια, πολλή ώρα, μέχρι που ξεψύχησε… Δε θέλω να τα σκέφτομαι… Είχα άλλα δυο αδέλφια και δυο αδελφές, όλοι, και η μάνα μου και ο πατέρας μου, όλοι χάθηκαν, άλλος σε μάχη, άλλος δολοφονήθηκε, άλλος εκτελέστηκε…

ΜΑΡΙΓΩ: Πότε έγιναν αυτά;

ΑΛΚΜΗΝΗ: Από το ΄45 ως το ΄47… Που να τολμήσει ο Αργύρης εκείνα τα χρόνια να πει ποια ήμουν; Στην απογραφή δηλώθηκα "αγνώστων γονέων" και με άσχετο επίθετο…

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Τώρα όμως πέρασαν όλα αυτά… Δεν έχουμε πια 47, έχουμε 67!

ΜΑΡΙΓΩ: Πέρασαν και δεν πέρασαν… Τώρα, τα μπαλώνουμε και τα κουκουλώνουμε και τα κανονίζουμε: Τίποτε δεν αλλάζει, να μιλήσεις στον Αργύρη!

ΑΛΚΜΗΝΗ: Μαριγώ… Αν δεν ήταν ο Αργύρης, εγώ τώρα δεν θα ζούσα… Κι αν ζούσα, δεν θα είχα τον Σπύρο, θα τον είχα χάσει… Κι ο Αργύρης ποτέ δεν έκανε διάκριση ανάμεσα σ’ αυτόν και τον Αλέξη… Κι ούτε μπορώ να ξεχάσω ότι με πήρε κοντά του, όπως είχα καταντήσει, ένα αγρίμι και… με ξανάκανε άνθρωπο, με έκανε γυναίκα… Καταλαβαίνεις τι νοιώθω γι’ αυτόν; Καλύτερα να μου κοπεί η γλώσσα, παρά να του πω κάτι και να τον πικράνω… Ας κάνει αυτός ό,τι του πει η καρδιά του, ό,τι τον φωτίσει ο Θεός. Με συμπαθάτε τώρα, πρέπει να γυρίσω στο περιβόλι, να τελειώσω το πότισμα (φεύγει).

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Άγιε μου Χριστόφορε και Άγιοί μου Πάντες… Τι ήταν αυτά που ακούσαμε;

ΜΑΡΙΓΩ: Η καημένη η Αλκμήνη… Λοιπόν, αν αυτηνής η γλώσσα δεν μπορεί, πρέπει να ακονίσουμε τη δική μας, τώρα που θα έρθει ο αδελφός…

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Να του μιλήσουμε εμείς;

ΜΑΡΙΓΩ: Εμείς, κι Άγιος Χριστόφορος να βάλει το χέρι του!

ΣΚΗΝΗ ΕΝΑΤΗ

Ο Αργύρης, η Μαριγώ και η Αντριάνα κάθονται σ ένα τραπεζάκι και συζητάνε.

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Εμείς αυτά είχαμε να σου πούμε, το θέλημα του Θεού και των ανθρώπων…

ΜΑΡΙΓΩ: Αυτή τη φορά όμως δεν θα ξεφύγεις, τώρα θα μας πεις ποια είναι η γνώμη και η απόφασή σου…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Καλύτερα να τα βάλει κανείς με τη θάλασσα, με τη φωτιά, με άγρια θηρία, παρά με γυναίκες…

ΜΑΡΙΓΩ: Άστα αυτά και έλα στο προκείμενο!

ΑΡΓΥΡΗΣ: Έστω… Είσαστε οι αδελφές μου, θέλετε νάχετε λόγο…

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Εμείς θέλουμε το καλό σου!

ΑΡΓΥΡΗΣ: Εντάξει, θέλετε να έχετε λόγο για το καλό μου… Είδατε, είκοσι χρόνια εγώ δεν σας είχα πει τίποτα για την Αλκμήνη, πως τη γνώρισα, γιατί την έφερα εδώ, για τον Σπύρο… Μη νομίζετε πως την ήθελα για γυναίκα, στην αρχή δηλαδή… Αλλά όταν γεννήθηκε ο Σπύρος σκεφτόμουν - τι να την κάνω τώρα… Κι αυτή δεν μιλούσε καθόλου, μόνο με κοιτούσε στα μάτια… Αν την έδιωχνα θα πέθαινε της πείνας ή θα έπεφτε στα χέρια κανενός νταβατζή… Αν την κρατούσα για ψυχοκόρη, μαζί με το παιδί της, ποιος θα τη γλίτωνε από τις γλώσσες… Και ήταν ακόμα κλαδάκι, έτοιμο να σπάσει… είδα ότι το καλύτερο ήταν να την κρατήσω γυναίκα μου, έστω χωρίς στεφάνι… Τότε ήμουνα ακόμα νέος, στα σαράντα…

ΜΑΡΙΓΩ: Στα σαράντα τρία!

ΑΡΓΥΡΗΣ: Καλά βρε Μαριγώ, στα σαράντα τρία… Ήρθε κι ο Αλέξης, ήτανε και τα χρόνια δύσκολα, το ψωμί δύσκολο, είχαμε βάλει το κεφάλι κάτω… Εγώ παλιός ισοβίτης, είχα βγει από τη φυλακή πολύ γρήγορα, όταν μπήκαν οι Γερμανοί… Για χρόνια είχα το φόβο μήπως με ξαναβάλουν φυλακή, τα ξέρετε, τα θυμάστε… Εξαιτίας αυτού του φόβου είχα πάει στα Τάγματα και μετά στα… αφήστε τα, όσο τα συλλογιέμαι…

ΜΑΡΙΓΩ: Μην τα σκέφτεσαι αυτά. Να λες καλά που έζησες ελεύθερος και δεν έμεινες μέσα στα σίδερα…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Ελεύθερος… Είναι τάχα ελευθερία που έζησα τη ζωή μου όχι όπως ήθελα και πίστευα, αλλά σα να ήμουν κάποιος άλλος; Ένα ψέμα… Κι αυτό το ψέμα να το λέω κάθε μέρα στους άλλους, να το λέω και στον εαυτό μου, και στο τέλος το ψέμα που το μισούσα και το φοβόμουνα, με κυρίευσε και έγινε η αλήθεια μου… Μια αλήθεια φτιαχτή, ψεύτικη, μια φυλακή που ο ίδιος έχτισα, για να αποφύγω τα χειρότερα… Αλλά τα απόφυγα; Για να σώσω το τομάρι μου έκανα πράγματα που ξεπερνάνε τα όρια του ανθρώπου… Έδειρα, έκαψα, τρομοκράτησα ανθρώπους… Ευτυχώς δεν έβαψα τα χέρια μου με αίμα…

ΜΑΡΙΓΩ: Μη βασανίζεσαι, σωστά έπραξες. Πρώτα πρέπει να φυλάμε τη ζωή μας. Αλλιώς θα έπρεπε να έχουμε πεθάνει χίλιες φορές, με πρώτη και καλύτερη όταν ξεριζωθήκαμε από τον τόπο μας…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Ο ξεριζωμός ήταν καταστροφή, αλλά χάσαμε πράγματα που μπορούμε να τα ξαναφτιάξουμε, κουτσά στραβά διορθώνεται, υπάρχει λύση. Αλλά ο μέσα ξεριζωμός, να ξεχνάει ο άνθρωπος το είναι του ή ακόμα χειρότερα να το ποδοπατά και να το ξεφτιλίζει, για να συνεχίσει να ζει, αυτός ο ξεριζωμός είναι ο χειρότερος.

ΜΑΡΙΓΩ: Οι άντρες δεν μεγαλώνετε ποτέ, μένετε πάντα παιδιά, το μυαλό ποτέ δεν πήζει μέσα στο κεφάλι σας… Τι να το κάνεις αδελφέ μου αυτό το, πως το είπες, το είναι σου, όταν κινδυνεύεις να χάσεις τη ζωή και την ελευθερία σου; Κι αν χάσεις τη ζωή ή την ελευθερία σου, που πάει το είναι σου, σεργιανάει ευχαριστημένο που κράτησε χαρακτήρα; Γέρασες Αργύρη - και μιλάς σα να είσαι δεκαέξι χρονών…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Δηλαδή το μέσα μας δεν έχει αξία;

ΜΑΡΙΓΩ: Έχει και παραέχει, αρκεί να κρατάμε ζωντανό και ελεύθερο το απέξω μας, να ζούμε δηλαδή εμείς όσο γίνεται καλύτερα, αλλιώς το μέσα μας αξίζει όσο και η εφημερίδα που τυλίγει ο μάστρο – Γιώργης ο ψαράς τις σαρδέλες που μας φέρνει.

ΑΡΓΥΡΗΣ: Εγώ δεν μπορώ να το δω έτσι…

ΜΑΡΙΓΩ: Στεναχωριέσαι επειδή βρέθηκες κατά λάθος στη δεξιά που νίκησε, γιατί είχε άδικο και γιατί δεν ήσουνα με τους αριστερούς, που τάχα είχανε το δίκιο με το μέρος τους; Μη χειρότερα! Ευτυχώς, να λες! Θα είχες πάει σαν το σκυλί στ΄ αμπέλι ή θα σε είχανε στείλει για παραθέριση στα ξερονήσια…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Ακόμα το πιστεύω, η δεξιά είχε άδικο, άσχετα αν νίκησε…

ΜΑΡΙΓΩ: Βρε, θα μας τρελάνεις!… και οι δυο είχανε άδικο, όταν σκοτώνονται μεταξύ τους τα αδέρφια, το άδικο είναι μοιρασμένο και δίκιο δεν έχει κανένας… Τότε καθένας προσπαθούσε να γλιτώσει το τομάρι του, και όλοι, χωρίς εξαίρεση, ακούς; όλοι! - όταν είχαν όπλο στο χέρι σκότωναν τον άλλον, αλύπητα… γιατί είχαν προσωπικά προηγούμενα, γιατί έτσι τους διέταξαν οι αρχηγοί τους, γιατί τους στράβωνε η λόξα ότι αυτοί είναι τάχα οι καλοί και οι άλλοι είναι οι σατανάδες… Και για να λέμε την πάσα αλήθεια, οι κόκκινοι ήτανε που ξεκίνησαν αυτό το μακελειό, μέσα στην κατοχή… Κι όταν έγινε το απίστευτο, το ανεξήγητο, το παλαβό και παραδώσανε τα όπλα τους, οι άλλοι, τους πετσοκόψανε, τους ρημάξανε… Νικήσανε, μαύρη νίκη δηλαδή… Αλλά η ζωή είναι παντοδύναμη, όσοι γλιτώσαμε βγήκαμε από αυτήν τη μαυρίλα και να που είμαστε ζωντανοί και τα κουβεντιάζουμε!

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Αυτά δεν ωφελούν… Ό,τι έγινε, δεν ξεγίνεται! Ο άνθρωπος πρέπει να ακολουθεί τον άνεμο, όπως κάνει η καλαμιά και δεν σπάζει, αλλά να μην αφήνει κιόλας τις ευκαιρίες να περνούν… Τώρα, Αργύρη, είναι η ευκαιρία! Παντρέψου την Αλκμήνη, δώσε στα παιδιά τ’ όνομά σου, ζήσε ευτυχισμένος όσα χρόνια σου μένουν…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Ευτυχισμένος; Με συμβουλεύεις να διορθώσω το μέλλον, Αντριάνα, αλλά μπορείς να μου πεις, πως θα διορθώσω το παρελθόν μου; Στα χρόνια που είμαι, το παρελθόν είναι περισσότερο από το μέλλον, βαρύτερο… Μ’ αυτό ασχολείται το μυαλό μου, αυτό μαυρίζει την ψυχή μου…

ΜΑΡΙΓΩ: Έχει όμως ένα κουσούρι, αν το βάλουμε δίπλα στο μέλλον: Έχει φύγει, έχει διαβεί, δεν μπορείς να του κάνεις τίποτα πια…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Εγώ δεν μπορώ, μπορεί όμως εκείνο να μου κάνει πολλά… Κάπου υπάρχουν τρία δικά μου παιδιά, η Γαλήνη μου, ο Γρηγόρης κι ο Νικόλας… Πώς να τ’ αφήσω να διαβούν; Δεν πέρασε μέρα να μην τα συλλογιστώ… Που είναι, πως μεγαλώνουν, τι κάνουν, με ποιους μιλάνε…

ΜΑΡΙΓΩ: Φέτος η Γαλήνη θα γίνει τριάντα τριών…

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Να έχει παντρευτεί, άραγε;

ΑΡΓΥΡΗΣ: Έχει παντρευτεί…

ΜΑΡΙΓΩ: Τι είπες;

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Τι είπες, Αργύρη;

ΑΡΓΥΡΗΣ: Έχει παντρευτεί.

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Που το ξέρεις; Την είδες;

ΑΡΓΥΡΗΣ: Την είδα και την καμάρωσα… από μακριά.

ΜΑΡΙΓΩ: Γιατί δεν μας είπες τίποτα;

ΑΡΓΥΡΗΣ: Σας το λέω τώρα… Τους ανακάλυψα τα περασμένα Χριστούγεννα, στην Αθήνα…

ΜΑΡΙΓΩ: Μα πως;

ΑΡΓΥΡΗΣ: Τυχαία… Ήμουνα στο Μοναστηράκι, τελείωσα τις δουλειές μου και τράβηξα προς την Αγίου Κωνσταντίνου, να πιω έναν καφέ στο καφενείο του Χρίστου. Εκεί είδα την Ευτέρπη, μπροστά σε μια βιτρίνα με ρούχα…

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Πως είναι;

ΑΡΓΥΡΗΣ: Όπως ήταν, αλλά πιο όμορφη, ντυμένη, περιποιημένη… Αυτό με κράτησε και δεν φανερώθηκα, εκείνη τη μέρα ήμουν αξύριστος, με παλιά ρούχα… Ντράπηκα.

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Και τα παιδιά;

ΑΡΓΥΡΗΣ: Ήταν και τα τρία μαζί της, ήταν χαρούμενα, κοίταζαν τη βιτρίνα και γελούσαν… Μονάχα τη Γαλήνη γνώρισα αμέσως…

ΜΑΡΙΓΩ: Είναι ξανθιά, όπως ήταν μικρούλα;

ΑΡΓΥΡΗΣ: Ναι, έχει το χρώμα της μάνας της…

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Και τι έγινε; Λέγε μας, μη μας παιδεύεις…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Τι έγινε… Σταμάτησε ένα αυτοκίνητο μπροστά τους και μπήκε η Γαλήνη. Στο πίσω κάθισμα ήταν δυο πιτσιρίκια, έπεσαν πάνω της, έτρεξαν και οι άλλοι να τα δουν και να τα φιλήσουν, τα αμάξια από πίσω κορνάριζαν και ο οδηγός τους έκανε νοήματα να βιαστούν…

ΜΑΡΙΓΩ: Ο οδηγός;

ΑΡΓΥΡΗΣ: Ο άντρας της Γαλήνης…

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Πως ήταν;

ΑΡΓΥΡΗΣ: Ούτε που τον πρόσεξα, Αντριάνα… Το αμάξι τους έφυγε, άκουσα την Ευτέρπη που φώναζε στη Γαλήνη, ότι θα πάει στο σπίτι της το απόγευμα. Η Ευτέρπη με τα παιδιά μπήκαν μέσα στο μαγαζί… Τους έβλεπα, τα παιδιά διάλεγαν κοστούμια. Όταν έφυγαν τους ακολούθησα, ώσπου χώρισαν. Εγώ πήρα στο κατόπι την Ευτέρπη, την είδα να μπαίνει σε μια πολυκατοικία… Αγόρασα τσιγάρα και περίμενα, περίμενα, ώσπου έγινε απόγευμα και βγήκε. Αν έπαιρνε λεωφορείο θα την έχανα, αλλά πήγε παρακάτω, στην πιάτσα με τα ταξί. Μπήκα κι εγώ σε ένα κι έτσι βρήκα το σπίτι της Γαλήνης… Επειδή η ώρα είχε περάσει, είπα στον ταξιτζή και με πήγε στο Σύνταγμα, πήρα το λεωφορείο και γύρισα…

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Τη θυμάμαι εκείνη την ημέρα, πρώτη φορά είχες αργήσει τόσο και ανησυχήσαμε.

ΜΑΡΙΓΩ: Γι αυτό αργείς από τότε, όταν ανεβαίνεις στην Αθήνα…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Πηγαίνω στο σπίτι της Γαλήνης και περιμένω, μήπως τη δω να βγαίνει… Μια φορά την είδα να μπαίνει στο αμάξι με τα δυο αγοράκια που είχα δει την πρώτη φορά, κι ένα τρίτο που κρατούσε στην αγκαλιά της… ούτε κατάλαβα αν είναι αγόρι ή κορίτσι… Βλέπεις, Μαριγώ, το παρελθόν ρίχνει θηλιές και με κρατάει δεμένο…

ΜΑΡΙΓΩ: Και τα αγόρια;

ΑΡΓΥΡΗΣ: Ο Γρηγόρης και ο Νικόλας; Μεγάλωσαν… Ολόκληροι άντρες… Ψηλοί, δεμένοι, ωραία παιδιά… Αυτούς δεν τους ξαναείδα…

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Αχ, ας όψεται εκείνη…

ΜΑΡΙΓΩ: Εκείνη, η μάνα τους, το φίδι το…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Μη! Πάψτε! Δεν θέλω να πείτε κακιά κουβέντα…

ΜΑΡΙΓΩ: Γιατί, Αργύρη;

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Μήπως πρέπει να την ευχαριστήσεις κιόλας, για το καλό που σου έκανε;

ΑΡΓΥΡΗΣ: Όχι, δε μούκανε καλό… Αλλά, τάχα, φταίει εκείνη;

ΜΑΡΙΓΩ: Τι είπες;

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Ε, όχι κι έτσι!

ΑΡΓΥΡΗΣ: Είκοσι εφτά χρόνια το συλλογίζομαι… Έφταιγε η Ευτέρπη; Αυτή έζησε ως τα είκοσι τέσσερα χρόνια της ακολουθώντας τη μοίρα, όπου την πήγαινε… Την έφερε σε μένα, κάναμε τα παιδιά, παλεύαμε για το μεροκάματο… Φταίει αυτή αν δεν ένοιωσε αγάπη για τον άντρα που της έδωσε η μοίρα;

ΜΑΡΙΓΩ: Φταίει!

ΑΡΓΥΡΗΣ: Μαριγώ, μη βιάζεσαι… Εσύ, είχες τη γνώμη σου: είκοσι έξι προξενιά έδιωξες, αν τα μετράω σωστά… και κάθε φορά μου έλεγες "θέλω ν’ αγαπήσω!", δηλαδή αυτό τόλεγες ως τα μισά. Μετά έλεγες κάθε φορά "δε μ’ αρέσει αυτός!" και η γνώμη σου γινόταν απόφαση για όλους μας… Ε, η Ευτέρπη δεν μπορούσε ούτε να πει τη γνώμη της, όχι να γίνει κιόλας αυτό που ήθελε…

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Ήτανε όμως μάνα, κι είχε ευθύνη στα παιδιά της!

ΑΡΓΥΡΗΣ: Είχε! Γι’ αυτό όταν ήρθε ο έρωτας, αυτή δεν τον ακολούθησε, αλλά έμεινε μαζί μου, με τα παιδιά…

ΜΑΡΙΓΩ: Μισή καλοσύνη, έπρεπε να σκεφτεί τα παιδιά της, πρωτού τα φτιάξει με το χωροφύλακα… Έκανε το γούστο της και μετά τρόμαξε για τις συνέπειες… Ας της έλεγε αυτός "έλα μαζί μου και πάρε και τα παιδιά!" και σου λέω για πότε θα τσακιζόταν να τρέξει κοντά του…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Ήταν αποφασισμένος να της το πει… Γι’ αυτό τον πυροβόλησα…

ΜΑΡΙΓΩ: Ώρες είναι να της δώσεις και δίκιο…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Κάτι παραπάνω…

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Τι παραπάνω δηλαδή;

ΑΡΓΥΡΗΣ: Η Ευτέρπη είναι για μένα πέρα από το δίκαιο και το άδικο… γιατί ποτέ δεν έπαψα να την αγαπάω…

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Αργύρη, τι λες;

ΜΑΡΙΓΩ: Εσύ την ξαναείδες! Σίγουρα, την ξαναείδες και της μίλησες!

ΑΡΓΥΡΗΣ: Όχι, δεν την είδα, ούτε της μίλησα, ούτε την αποζήτησα…

ΜΑΡΙΓΩ: Όχι ότι δεν το θέλεις…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Και σαν το θέλω, τι νόημα έχει; Αυτή πια έχει φτιάξει τη ζωή της… Τα παιδιά με στεναχωρούν…

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Γιατί δεν πας να τα βρεις; Να πάμε μαζί!

ΑΡΓΥΡΗΣ: Μια κουβέντα είναι… Πως να εμφανιστώ στη Γαλήνη και στον άντρα της, σαν φάντης μπαστούνι; Τι να τους πω; Θα έχω τάχα κάποια αξία γι’ αυτούς ή θα είμαι ενοχλητικός; Και στα αγόρια, τι έχω να τους προσφέρω; Συνέχεια το σκέφτομαι, το αποφασίζω, αλλά όταν στήνομαι έξω από το σπίτι της κόρης μου σαν το ζητιάνο, να τη δω από μακριά, μου κόβονται τα πόδια και το μετανιώνω… Σαν να μην το αξίζω να ξανασμίξω με τα παιδιά μου, φοβάμαι μήπως με αποπάρουν…

ΜΑΡΙΓΩ: ΄Εε… Για το άλλο που λέγαμε, με την Αλκμήνη…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Η αλήθεια είναι ότι το είχα αποφασίσει, αλλά τώρα…

ΜΑΡΙΓΩ: Τι τώρα; Έχεις μια γυναίκα που ζεις μαζί της είκοσι χρόνια. Πόσο θα περιμένεις ακόμα;

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Σκέψου τον Σπύρο και τον Αλέξη…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Όλα θα μείνουν όπως είναι σήμερα…

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Ως πότε;

ΑΡΓΥΡΗΣ: Δεν ξέρω μέχρι πότε…

ΜΑΡΙΓΩ: Μήπως περιμένεις να διορθωθούν τα πράγματα με κάποιο θαύμα; Αλλά τα θαύματα τα κάνουν οι άνθρωποι…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Μπα; Εγώ νόμιζα ότι τα θαύματα τα κάνουν οι άγιοι…

ΜΑΡΙΓΩ: Οι άγιοι τα κάνουν Αργύρη, αλλά τους βάζουν οι άνθρωποι και τα κάνουν… Κρίμα…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Άντε να συμμαζέψουμε το μαγαζί, πέρασε η ώρα και όπου νάναι θάρθουν οι πελάτες…

ΣΚΗΝΗ ΔΕΚΑΤΗ

Ο Στέλιος μόνος στην ταβέρνα. Ξαπλωτός, σε τρεις καρέκλες, ακούει μουσική.

ΣΤΕΛΙΟΣ: Δεν θα τα πάμε καλά! Έχουν σκορπίσει όλοι, σαν του λαγού τα παιδιά… Το αφεντικό στην Αθήνα, η κυρά Αλκμήνη με τα παιδιά στον Πειραιά, οι θείες πάλι στον Άγιο Χριστόφορο, με λαμπάδες στα χέρια… και συ Στέλιο, φέρε βόλτα όλες τις δουλειές, την ταβέρνα, το μπαξέ, τα κοτέτσια, τα κουνέλια… Αχ, η πολλή δουλειά θα με φάει εμένα… (Μπαίνει ο Δικηγόρος).

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ: Καλημέρα σας…

ΣΤΕΛΙΟΣ: Καλημέρα. Ποιος είσαι εσύ;

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ: Ο κύριος Αυγερίδης;

ΣΤΕΛΙΟΣ: Όλα όσα βλέπεις εδώ, καρέκλες, τραπέζια, ποτήρια, μισόκιλα, τα βαρέλια πίσω, οι νταμιτζάνες με το ούζο και διάφορα άλλα είδη, ανήκουν στον κύριο Αυγερίδη…

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ: Ωραία! Να συστηθώ: Γεώργιος Παπαδόπουλος, δικηγόρος. Μπορώ να καθίσω;

ΣΤΕΛΙΟΣ: Και δεν κάθεσαι; Γι’ αυτό τις έχουμε τις καρέκλες, για να κάθεται ο κόσμος… Άμα ήτανε να στέκονται όρθιοι, σαν τα άλογα, δεν θα τις βάζαμε καθόλου…

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ: Ναι… Λοιπόν, κύριε Αυγερίδη, έχω να σας μιλήσω για κάτι πολύ σημαντικό.

ΣΤΕΛΙΟΣ: Τέλεια! Τα σημαντικά θέματα με ενδιαφέρουν πολύ…

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ: Μπαίνω κατ’ ευθείαν στο ψητό…

ΣΤΕΛΙΟΣ: Ποιο ψητό; Ψητό ετοιμάζουμε μονάχα τις Κυριακές. Σήμερα έχει μαρίδα φρέσκια, χταπόδι ξιδάτο μπαγιάτικο, ελιές, τυρί στο βαρέλι…

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ: Όχι, με παρεξηγήσατε… Εγώ το έχω το ψητό!

ΣΤΕΛΙΟΣ: Που το έχεις; Μέσα στην τσάντα;

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ: Ακριβώς!

ΣΤΕΛΙΟΣ: Και με λένε εμένα χαζό… Θα σου λαδώσει τα χαρτιά…

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ: Κύριε Αυγερίδη, το γνωρίζετε ότι είστε κάτοχος μιας πολύ σημαντικής περιουσίας;

ΣΤΕΛΙΟΣ: Σημαντικής; Ε, βέβαια…

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ: Ελάτε, ελάτε… Πολύ σημαντικής! Έχετε στην κατοχή σας εκατόν είκοσι στρέμματα εκτάσεως, συν εξήντα οι αδελφές…

ΣΤΕΛΙΟΣ: Οι αδελφές;

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ: Βεβαίως, οι αδελφές, οι οποίες ζουν μαζί σας, γεγονός το οποίον μας επιτρέπει να συμπεράνουμε ότι οι αδελφές θα σας ακολουθήσουν σε κάθε σας απόφαση…

ΣΤΕΛΙΟΣ: Χμ, ναι, οι αδελφές θα με ακολουθήσουν… οπωσδήποτε!

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ: Εκατόν ογδόντα στρέμματα παραλία, δυο βήματα από την Αθήνα…

ΣΤΕΛΙΟΣ: Ε, όχι και δυο βήματα… Ένα μεροκάματο θέλεις να πας και νάρθεις…

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ: Τρόπος του λέγειν… Λοιπόν, τη θέλουμε!

ΣΤΕΛΙΟΣ: Ποια θέλετε;

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ: Την παραλία, την ακρογιαλιά! Θα αξιοποιηθεί με ανέγερση ξενοδοχειακής μονάδος, κι εσείς θα ανταμειφθείτε πλουσιοπάροχα.

ΣΤΕΛΙΟΣ: Δεν το εννόησα…

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ: Πολλά λεφτά, κύριε Αυγερίδη! Ολόκληρη πολυκατοικία θα πάρετε στην Αθήνα!

ΣΤΕΛΙΟΣ: Αλήθεια;

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ: Είναι θέμα διαπραγματεύσεων… Πέντε πάνω πέντε κάτω, θα τα βρούμε.

ΣΤΕΛΙΟΣ: Που θα τα βρούμε;

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ: Μεταξύ μας…

ΣΤΕΛΙΟΣ: Για, σε παρακαλώ! Για ποιόν με πέρασες; Άντε να μην…

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ: Όχι, όχι, με παρεξηγήσατε! Εννοώ στο οικονομικό…

ΣΤΕΛΙΟΣ: Α, στο οικονομικό… Εσύ, θα μου δώσεις μια πολυκατοικία. Εγώ, τι θα σου δώσω;

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ: Μα, την ακρογιαλιά! Έχετε καμιά αμφιβολία;

ΣΤΕΛΙΟΣ: Μπα, καμία.

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ: Έξοχα! Ώστε συμφωνούμε!

ΣΤΕΛΙΟΣ: Συμφωνούμε! Μόνο που…

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ: Ναι;

ΣΤΕΛΙΟΣ: Μόνο που δεν είναι δική μου.

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ: Τι πράγμα;

ΣΤΕΛΙΟΣ: Δηλαδή, είναι… ο αέρας, το κύμα, τα βραχάκια, τα πουλιά που πετάνε, ο γαλάζιος ουρανός, όλα δικά μου είναι. Κανείς δεν μου τα στέρησε ποτέ, άρα είναι δικά μου… Τι λες, εσύ, που είσαι δικηγόρος;

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ: Ποιος είσθε, κύριε;

ΣΤΕΛΙΟΣ: Στυλιανός Αυγερίδης, βοηθός ταβερνιάρης…

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ: Στυλιανός;

ΣΤΕΛΙΟΣ: Για τους φίλους, Στέλιος…

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ: Και ο κύριος Αργύρης Αυγερίδης;

ΣΤΕΛΙΟΣ: Το αφεντικό μου! Όπου νάναι θάρθει.

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ: Να πάρει, έχασα το χρόνο μου…

ΣΤΕΛΙΟΣ: Γιατί στεναχωριέσαι; Ο χρόνος είναι για να τον χάνουμε… Άμα βρεις κάποιον που δεν χάνει τον χρόνο, να μου τον φέρεις να τον γνωρίσω κι εγώ… δεν θα με καθυστερήσει, έχω άφθονο χρόνο… Αλλά και συ, είχες μεγάλο κέρδος…

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ: Κέρδος;

ΣΤΕΛΙΟΣ: Βεβαίως, την ευχαρίστηση της κουβέντας… Εγώ, πάντως, την ευχαριστήθηκα!

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ: Εσύ, βέβαια…

ΣΤΕΛΙΟΣ: Λοιπόν, τι θα πάρεις; Έχουμε μαρίδα φρέσκια, χταπόδι ξιδάτο μπαγιάτικο, ελιές, τυρί στο βαρέλι…

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ: Καφέ!

ΣΤΕΛΙΟΣ: Καφέ;

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ: Καφέ, μέτριον παρακαλώ.

ΣΤΕΛΙΟΣ: Μέτριον παρακαλώ… Έφτασε!

ΣΚΗΝΗ ΕΝΔΕΚΑΤΗ

Στη σκηνή βρίσκονται ο Αργύρης, η Μαριγώ, η Αντριάνα και η Αλκμήνη.

ΑΡΓΥΡΗΣ: Αυτή είναι η απόφαση μου: Θα πουλήσουμε την ακρογιαλιά και με τα διαμερίσματα συν τα μετρητά που θα πάρουμε, θα ζήσουμε σαν άνθρωποι.

ΜΑΡΙΓΩ: Αχ, Αργύρη, καινούριος ξεριζωμός…

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Πάλι πρόσφυγες θα γίνουμε…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Θαρρείτε κι εμένα μου αρέσει ν’ αφήσω αυτήν εδώ την αμμουδιά και να πάω να κλειστώ στην Αθήνα; Αλλά το βλέπετε, μια ζωή όλοι δουλεύουμε σκυλίσια και που είναι η προκοπή μας;

ΜΑΡΙΓΩ: Έχεις δίκιο Αργύρη…

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Ας μην γκρινιάζουμε… Εσύ τι λες, Αλκμήνη;

ΑΛΚΜΗΝΗ: Τι να πω… Φοβάμαι λίγο, αλλά αν είμαστε μαζί…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Μαζί θα είμαστε, γειτονιά… Δηλαδή στην πολυκατοικία οι γείτονες δεν είναι πάντα δίπλα δίπλα, αλλά ένας πάνω, ένας κάτω, ένας παρακάτω…

ΜΑΡΙΓΩ: Εννοείς ότι θα μένουμε σε χωριστά σπίτια;

ΑΡΓΥΡΗΣ: Χμ, θα δούμε, θα τα κανονίσουμε… Πάντως πέντε διαμερίσματα θα βγουν για τα παιδιά…

ΜΑΡΙΓΩ: Πέντε;

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Θα είμαστε δηλαδή γείτονες… με τους άλλους;

ΑΡΓΥΡΗΣ: Εγώ σαν πατέρας πρέπει να τα τακτοποιήσω όλα… Αν θα μείνουν μέσα, αν θα τα νοικιάσουν, αν θα τα πουλήσουν, δικός τους λογαριασμός…

ΜΑΡΙΓΩ: Και η …αυτή;

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Σσσττ!

ΜΑΡΙΓΩ: Άφησέ με! Μήπως, κύριε Αργύρη, έχεις λάβει πρόνοια και για την κυρία Ευτέρπη;

ΑΡΓΥΡΗΣ: Και γιατί όχι, δηλαδή;

ΜΑΡΙΓΩ: Διότι εγώ τουλάχιστον δεν έχω καμιά όρεξη να ξεσπιτωθώ και να βρεθώ γειτόνισσα με δαύτην! Γι’ αυτό!

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Έλα, δεν φαντάζομαι…

ΜΑΡΙΓΩ: Τι δεν φαντάζεσαι; Δεν τον βλέπεις που κατάπιε τη γλώσσα του; Αχ, καημένε Αργύρη, σε διαβάζω σαν ανοιχτό βιβλίο… Άκουσε λοιπόν και τη δική μου απόφαση: Μακριά! Εξ αποστάσεως! Στη δύση και στην ανατολή, εμείς και η κυρία Ευτέρπη! Όσο για τα παιδιά, επειδή θα είναι καλύτερα κοντά στη μάνα τους, κι αυτά μαζί της. Κι εμείς οι υπόλοιποι, παρέα. Αλλιώς…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Αλλιώς;

ΜΑΡΙΓΩ: Αλλιώς, εμείς δεν υπογράφουμε πωλητήριο! Ας κάνουν το ξενοδοχείο τους στο δικό σου κομμάτι, και δίπλα εμείς θα έχουμε τα κοτέτσια μας, τις κατσίκες μας, τα κουνέλια μας…

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: …θα απλώνουμε τις μπουγάδες μας, θα φουρνίζουμε τα ψωμιά μας, θα ασβεστώνουμε…

ΜΑΡΙΓΩ: Ο Στέλιος θα ασβεστώνει!

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Σωστά! Γιατί δεν φαντάζομαι ο Στέλιος νάρθει να γίνει γείτονας στην πολυκατοικία…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Κορίτσια, σαν πολλά δεν είπατε; Καθίστε κάτω! Καθίστε!

ΜΑΡΙΓΩ: Εντάξει…

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Αλλά, εμείς…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Εμείς κι εμείς… Πάντοτε, πρώτα ο εαυτό σας… Εγώ μ’ αυτήν την ευκαιρία θέλω να ξαναβρώ τα παιδιά μου, τα πρώτα… Και να πάω σ’ αυτά περήφανα, με τα χέρια γεμάτα, όχι ένας φτωχός γέρος… Θέλω να ξανάρθουν κοντά μου, να γνωρίσουν τον πατέρα τους, να τα χαρώ… Να τα δω με τα σπίτια τους, με τις δουλειές τους… Πως θα γίνει, αν αφήσω απέξω τη μάνα τους; Εντάξει, έγινε ό,τι έγινε. Και οι δύο φταίμε. Κι εγώ κι αυτή. Κι αν θέλετε, περισσότερο εγώ, γιατί στο κάτω κάτω εγώ πυροβόλησα… Και τώρα, τι θα πω στη Γαλήνη και τα αδέρφια της; Εσάς σας θέλω, όπως και τα άλλα μου τα παιδιά, αλλά τη δική σας τη μάνα όχι; Πως θα το δεχτούν αυτό; Ποτέ δεν θα με πλησιάσουν… Και που να ξέρω αν οι αγοραστές μπορούν να δώσουν τα ίδια, σε διαφορετικά σημεία; Να ζημιωθούμε, δηλαδή, για το πείσμα σας;

ΜΑΡΙΓΩ: Δεν ξέρω…

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Κι εγώ, δεν ξέρω…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Ελάτε στη δική μου θέση και σκεφτείτε το…

ΜΑΡΙΓΩ: Καλά… και το άλλο το θέμα;

ΑΡΓΥΡΗΣ: Για το Σπύρο και τον Αλέξη; Κι αυτό θα γίνει, θα τους αναγνωρίσω και τελείωσε…

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Και το …άλλο θέμα;

ΑΡΓΥΡΗΣ: Α, τόχετε παραξηλώσει σήμερα! Τέρμα η συζήτηση!

ΜΑΡΙΓΩ: Ωραία, ας πηγαίνουμε στην κουζίνα εμείς…

ΑΝΤΡΙΑΝΑ: Πάμε! (φεύγουν).

ΑΛΚΜΗΝΗ: Αργύρη, ποτέ δε μιλήσαμε με λόγια, δε χρειαζόταν… τα λέγαμε όλα με τα μάτια… τώρα αναζητάω το βλέμμα σου και δεν το βρίσκω…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Αλκμήνη, τι λες τώρα;

ΑΛΚΜΗΝΗ: Ποτέ δε σε ρώτησα, ποτέ δεν είπα όχι σε ό,τι αποφάσιζες… Πάντοτε σε ακολουθούσα…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Άλλαξε τίποτα;

ΑΛΚΜΗΝΗ: Δεν πέρασε ποτέ απ’ το μυαλό μου να σου ζητήσω στεφάνι – δεν λέω ότι δε θα χαρώ, αλλά να το θέλεις εσύ πρώτος! Ούτε για τα παιδιά σου είπα τίποτα, ό,τι αποφάσισες είναι δική σου σκέψη…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Αλκμήνη, μίλα καθαρά. Τι θέλεις να μου πεις;

ΑΛΚΜΗΝΗ: Την Ευτέρπη… την αγαπάς;

ΑΡΓΥΡΗΣ: Ωχ, κι εσύ… Την αγαπούσα κάποτε… Πάνε τριάντα χρόνια…

ΑΛΚΜΗΝΗ: Την αγαπάς… και δεν μου το λες στα ίσια, γιατί με λυπάσαι… και σκέφτεσαι μέσα σου, πώς να γινότανε να εξαφανιστώ εγώ, για να μπορέσεις να ξανασμίξεις μαζί της, χωρίς εμπόδιο…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Α, βλέπω οι αδελφές μου σε κάνανε ξεφτέρι…

ΑΛΚΜΗΝΗ: Δε χρειάζεται… το πράγμα μιλάει από μόνο του…Αλλά να ξέρεις, αν με θεωρείς εμπόδιο, εγώ φεύγω, αύριο κιόλας…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Μη με τρελαίνεις κι εσύ! Αλκμήνη! Σε παρακαλώ… Νομίζεις ότι δεν βλέπω κι εγώ τι πρέπει να γίνει; Αλλά… όχι ακόμα. Δεν είναι η Ευτέρπη, ούτε να το σκέφτεσαι, αλλά… θέλω να αποφύγω το λάθος, για σένα περισσότερο, μέχρι να ξεκαθαρίσει η κατάσταση… Κάνε υπομονή. Τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει… Καταλαβαίνεις;

ΑΛΚΜΗΝΗ: Όχι, δεν καταλαβαίνω αυτά που μου λες, αλλά καταλαβαίνω πολύ καλά γιατί μου τα λες…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Μην αρχίζεις τώρα τις εξυπνάδες της Μαριγώς…

ΑΛΚΜΗΝΗ: Καλά… Να, έρχονται τα παιδιά…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Τους μίλησες, όπως σου είπα;

ΑΛΚΜΗΝΗ: Τους τα είπα όλα…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Όλα; Δε φαντάζομαι να είπες στο Σπύρο…

ΑΛΚΜΗΝΗ: Όχι. Τους είπα όλα όσα μπορούν να ειπωθούν… Όσα δεν λέγονται… (Μπαίνουν ο Σπύρος και ο Αλέξης).

ΣΠΥΡΟΣ: Γεια σου μάνα! Γεια σου πατέρα.

ΑΛΕΞΗΣ: Γεια σας!

ΑΡΓΥΡΗΣ: Πως πήγε η δουλειά;

ΣΠΥΡΟΣ: Φίνα! Δεκαέξι μέτρα χαντάκι βγάλαμε σήμερα.

ΑΛΕΞΗΣ: Τα χέρια και ο σβέρκος μας καίνε…

ΣΠΥΡΟΣ: Αλλά το μεροκάματο πλούσιο: Παίρνεις ένα ψωμί, ένα χωνάκι στραγάλια, έξι ελιές και μισό πακέτο τσιγάρα…

ΑΛΕΞΗΣ: …και τρεις δεκάρες ρέστα!

ΑΡΓΥΡΗΣ: Αλκμήνη, κάνε καφεδάκια για τα παιδιά… και για μένα! (Η Αλκμήνη φεύγει). Λοιπόν, η μάνα σας, σας τα είπε. Σε λίγο καιρό θα έχετε το κανονικό σας όνομα… Αυτό, ταχτοποιήθηκε. Αλλά και το οικονομικό θα ταχτοποιηθεί…

ΣΠΥΡΟΣ: Πατέρα, είσαι σίγουρος;

ΑΡΓΥΡΗΣ: Ε, βέβαια, αλίμονο, έτσι θα σας αφήσω, τα παιδιά μου;

ΣΠΥΡΟΣ: Όχι, δεν εννοώ αυτό. Να, σήμερα το κουβεντιάζαμε όλη την ημέρα, με τον Αλέξη… Πόσον καιρό τώρα σου λέμε να φύγουμε στη Γερμανία, εδώ δε γίνεται τίποτα κι εσύ δε συμφωνείς… Ξαφνικά μας λες ότι έρχονται αυτοί οι λεφτάδες, δίνουν μερικά διαμερίσματα και παίρνουν όλον τον τόπο… Τον εκμεταλλεύονται, για να κερδίσουν… Γιατί να μην τον εκμεταλλευτούμε εμείς;

ΑΡΓΥΡΗΣ: Εμείς;

ΣΠΥΡΟΣ: Εμείς! Εσύ, η μάννα, εμείς και τα άλλα μας τ’ αδέρφια, από την πρώτη σου γυναίκα… Αν μπορούν να τον εκμεταλλευτούν αυτοί, μπορούμε κι εμείς!

ΑΡΓΥΡΗΣ: Σπύρο τι λες; Αλέξη, τι λέει;

ΑΛΕΞΗΣ: Συμφωνώ κι εγώ! Αυτοί θέλουν να κάνουν ξενοδοχείο, ένα γίγαντα, εμείς δεν μπορούμε. Μπορούμε όμως να κάνουμε την ταβέρνα ένα μοντέρνο κεντράκι κι από δίπλα ένα μικρό ξενοδοχείο και παραδίπλα να στήνουνε σκηνές οι οικογένειες το καλοκαίρι… και λεφτά θα βγάλουμε και η γη θα μείνει δική μας…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Με τι κεφάλαια;

ΣΠΥΡΟΣ: Με τα χέρια μας! Εργάτη θέλεις; Χτίστη; Σοφατζή; Υδραυλικό; Ηλεκτρολόγο; Πατωματά; Εμείς! Κι εσείς οι υπόλοιποι, η μάνα, ο Στέλιος, εσύ, θα βοηθάτε… Θα δουλέψουμε τα βράδια, μετά το μεροκάματο, τις Κυριακές, τις γιορτές…

ΑΛΕΞΗΣ: Θα κρατήσουμε την ταβέρνα ως την τελευταία στιγμή! Θα γίνουν πρώτα όλα τα άλλα και μετά, σε δυο μήνες μέσα, νάσου το παραλιακό κέντρο, νάσου κι εμείς επιχειρηματίες… Η φαντασία γίνεται πραγματικότητα…

ΣΠΥΡΟΣ: Τι έχουμε να χάσουμε; Το πολύ τον κόπο μας, άντε να βάλουν και οι θείες το κομπόδεμά τους στην επιχείρηση, αν χρειαστεί - να δανειστούμε κιόλας… Κι αν την πατήσουμε, το πουλάς…

ΑΛΕΞΗΣ: Δυο χρόνια θα μας πάρει… Και θα μας μείνει η γη… Αυτή η ακρογιαλιά είναι πανάκριβη… Δεν είναι τρελοί αυτοί που θέλουν να την αρπάξουν…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Παιδιά, για λίγο με συνεπήραν τα λόγια σας… Αλλά αυτά δεν γίνονται…

ΣΠΥΡΟΣ: Γιατί;

ΑΡΓΥΡΗΣ: Γιατί έτσι! Μη νομίζετε ότι τα ξέρετε όλα! (φεύγει).

ΣΠΥΡΟΣ: Τι έπαθε; Γιατί έφυγε έτσι;

ΑΛΕΞΗΣ: Ξέρω κι εγώ… Μάλλον σκέφτεται τους άλλους….

ΣΠΥΡΟΣ: Μα και οι άλλοι θα κερδίσουν! Κι όλη τη δουλειά θα την κάνουμε εμείς… Δεν καταλαβαίνω… Σα να μη θέλει ούτε να το κουβεντιάσει…

ΑΛΕΞΗΣ: Πολύ απότομο τον είδα… Λες να τον καταφέρουμε ν’ αλλάξει γνώμη;

ΣΠΥΡΟΣ: Θα τον καταφέρουμε! Εγώ σαν πρωτότοκος γιος του έχω μάθει απ’ αυτόν ότι στο τέλος κερδίζουν η λογική και η θέληση!

ΑΛΕΞΗΣ: Κι αν όχι; Τι γίνεται τότε;

ΣΠΥΡΟΣ: Τότε, αδερφέ, τα μαζεύουμε και φεύγουμε για Γερμανία. Δε σου λέω παραπάνω, όπως δουλεύουμε εδώ να δουλέψουμε κι εκεί, κάτι θα μας μείνει, θα μπορέσουμε να ξεκινήσουμε δική μας δουλειά! Κι αν έχουμε κι εδώ κάτι, αν πουλήσει ο πατέρας, τόσο το καλύτερο…

ΑΛΕΞΗΣ: Λες να καταφέρουμε να γίνουμε κι εμείς καπιταλίστες;

ΣΠΥΡΟΣ: Δεν στο υπογράφω για σίγουρο, αλλά σου λέω αυτό - αν μείνουμε εδώ όχι καπιταλίστες δεν θα γίνουμε, με το ζόρι θα κονομήσουμε δεύτερο σώβρακο…

ΑΛΕΞΗΣ: Και θα τους αφήσουμε, με τη μάνα;

ΣΠΥΡΟΣ: Γιατί όχι; Δεν είναι ότι δεν τους αγαπάμε, αλλά δε γίνεται αλλιώς… Μια χαρά θα είναι οι δυο τους, θα παντρευτούνε κιόλας και εμείς θα είμαστε τα παρανυφάκια, το φαντάζεσαι;

ΑΛΕΞΗΣ: Η μάνα όμως λέει ότι ο γάμος αναβάλλεται… Την είδα στεναχωρημένη και στεναχωρέθηκα κι εγώ…

ΣΠΥΡΟΣ: Ε, βέβαια, εσύ είσαι ίδιος με τη μάνα, εγώ όμως μοιάζω στον πατέρα μας, είμαι λογικός και τον καταλαβαίνω. Εδώ έχουμε πωλήσεις, αγορές, ποσοστά, επιχειρήσεις, νταλαβέρια, ο πατέρας έχει τόσες έγνοιες στο κεφάλι του, πρέπει να ταχτοποιήσει και τους άλλους… έχει όρεξη για γάμους;

ΑΛΕΞΗΣ: Και είσαι σίγουρος ότι θα παντρευτούνε;

ΣΠΥΡΟΣ: Έλα καημένε Αλέξη, ρωτάς λες και δεν τον ξέρεις τον πατέρα… Όχι σίγουρος, το κεφάλι μου κόβω γι’ αυτόν! Το θέμα είναι να τον πείσουμε να μην πουλήσει την ακρογιαλιά και να την εκμεταλλευτούμε εμείς (Έρχεται η Αλκμήνη).

ΑΛΕΞΗΣ: Τα καφεδάκια!

ΑΛΚΜΗΝΗ: Που πήγε ο πατέρας σας;

ΣΠΥΡΟΣ: Νάτος, κάτω στην αμμουδιά, περπατάει και καπνίζει…

ΑΛΕΞΗΣ: Του βάλαμε ιδέες…

ΑΛΚΜΗΝΗ: Τι ιδέες;

ΣΠΥΡΟΣ: Να μην πουλήσει την ακρογιαλιά. Να την εκμεταλλευτούμε εμείς… Εκατό φορές κέρδος θάχουμε!

ΑΛΚΜΗΝΗ: Και τι σας είπε;

ΑΛΕΞΗΣ: Ότι δεν γίνεται. Μα γιατί δεν γίνεται, μάνα;

ΑΛΚΜΗΝΗ: Γιατί δεν γίνεται, Αλέξη… Γιατί δεν μπορεί να γίνει…

ΣΠΥΡΟΣ: Κι εγώ σας λέω ότι θ’ αλλάξει γνώμη! Είναι ολοφάνερο, δεν μπορεί να μην παραδεχτεί ότι έχουμε δίκιο. Όλα θα πάνε μια χαρά!

ΤΕΛΟΣ ΔΕΥΤΕΡΗΣ ΠΡΑΞΗΣ

0 Comments:

Post a Comment

<< Home