Saturday, November 12, 2005

Η ΑΚΡΟΓΙΑΛΙΑ - ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ

ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ

Οι Λόλα, Νίνα, Κική, κάθονται σ΄ ένα τραπεζάκι, τσιμπολογάνε από τους μεζέδες και πίνουν κρασί. Από το γραμμόφωνο ακούγεται μουσική.

ΛΟΛΑ: Τι να ΄γινε ο Αποστόλης, άργησε…

ΝΙΝΑ: Άργησε πολύ.

ΚΙΚΗ: Ε, δεν τον ξέρετε… Έτσι είναι πάντα, χασομέρης. Κάπου θα πιάστηκε στο χαρτί ή στο κρασί και μας ξέχασε.

ΛΟΛΑ: Ή θα ψήνει κάποια καινούρια μικρούλα…

ΚΙΚΗ: Μπα, τώρα τελευταία τεμπελιάζει… Η πρέζα τον έχει βάλει από κάτω, δεν ενδιαφέρεται πια, δεν δίνει σημασία… δεν είναι ο παλιός Αποστόλης!

ΝΙΝΑ: Μας τελείωσε το κρασί…

ΚΙΚΗ: Που είναι ο Στέλιος; Στέλιοο… (Έρχεται ο Στέλιος).

ΣΤΕΛΙΟΣ: Ορίστε.

ΛΟΛΑ: Φέρε μας ένα κατοσταράκι…

ΣΤΕΛΙΟΣ: Τέσσερα έχετε πιει.

ΚΙΚΗ: Και τι σε νοιάζει εσένα; Μήπως δεν θα πληρώσουμε;

ΣΤΕΛΙΟΣ: Πως, πως, δηλαδή θα πληρώσει ο κυρ - Αποστόλης…

ΛΟΛΑ: Τι θράσος Θεέ μου… Πήγαινε γρήγορα!

ΣΤΕΛΙΟΣ: Καλά ντε, μη φωνάζεις… Πάω (φεύγει).

ΛΟΛΑ: Αυτός έχει αρχίσει και χαζεύει εντελώς.

ΝΙΝΑ: Μπα, έτσι ήτανε πάντα. Άλλο έχει πάθει τελευταία… Κοντεύει είκοσι χρονών, δεν τον βλέπετε πως μας κοιτάζει;

ΚΙΚΗ: Μα τι λες τώρα, αυτός είναι μακριά νυχτωμένος - κι ούτε πρόκειται να ξυπνήσει ποτέ!

ΝΙΝΑ: Κι εγώ σου λέω ότι έχει πονηρευτεί και το ζητάει… Είναι λίγο χαζούλης, αλλά είναι παίδαρος, ίσα με κει πάνω… (Μπαίνει ο Στέλιος).

ΣΤΕΛΙΟΣ: Έφτασε! (αφήνει το κρασί).

ΝΙΝΑ: Αλήθεια Στέλιο, που είναι το αφεντικό σου;

ΣΤΕΛΙΟΣ: Ο κυρ - Αργύρης; κατέβηκε στην Αθήνα, να ψωνίσει πλάκες για το γραμμόφωνο.

ΛΟΛΑ: Μπράβο!

ΝΙΝΑ: Ν΄ ακούσουμε κανένα καινούριο!

ΚΙΚΗ: Λες να φέρει κανένα αισθηματικό; Όλο μπουζούκια έχετε σ΄ αυτήν την ταβέρνα…

ΛΟΛΑ: Ο Αργύρης είναι μερακλής, παίζει και μπαγλαμά…

ΝΙΝΑ: Αλήθεια, Στέλιο;

ΣΤΕΛΙΟΣ: Αμέ! Καμιά φορά έρχεται εδώ ο κυρ –Γιώργος με την παρέα του, όταν κλείνει το καφενείο του και παίζουνε. Παίζει και το αφεντικό μπαγλαμά! Ναρθείτε κι εσείς, είναι ωραία!

ΚΙΚΗ: Εμείς, εκείνες τις ώρες, κοιμόμαστε…

ΛΟΛΑ: Βέβαια… Εμείς είμαστε καλά κορίτσια, κοιμόμαστε με τις κότες, νωρίς νωρίς…

ΝΙΝΑ: Ναι, έτσι είμαστε εμείς, του παρθεναγωγείου. Τι κοιτάς σα χαζός;

ΚΙΚΗ: Άφησε καημένη το παιδί… Αφού δεν κόβει το μυαλό του, δεν ξέρει τίποτα…

ΣΤΕΛΙΟΣ: Εγώ δεν ξέρω; Εγώ τα ξέρω όλα! Θέλετε να σας πω τι δουλειά κάνετε; Ε, θέλετε;

ΛΟΛΑ: Άλλο και τούτο…

ΝΙΝΑ: Να μας πεις…

ΣΤΕΛΙΟΣ: Ε, λοιπόν, σας έχει ο κυρ - Αποστόλης και κάνετε εντριβές στους γέρους!

ΛΟΛΑ: Και στους νέους!

ΚΙΚΗ: Και στους μεσόκοπους!

ΝΙΝΑ: Και σε σένα Στελάκη… Θέλεις νάρθεις να σου κάνω μια εντριβή;

ΣΤΕΛΙΟΣ: Όχι! Αφού δεν είμαι κρυωμένος! Δεν έρχομαι!

ΚΙΚΗ: Καλά, μην πάς! Αλλά δε μου λες, ποιος σου τόπε αυτό, ότι εμείς κάνουμε εντριβές στους γέρους;

ΣΤΕΛΙΟΣ: Το αφεντικό μου.

ΛΟΛΑ: Μπράβο ο Αργύρης…

ΝΙΝΑ: Και να ενδιαφερόταν τουλάχιστον…

ΚΙΚΗ: Αυτός είναι ερωτευμένος, παιδί μου, με τη γυναίκα του… Στέλιο, φέρε μας ένα κατοσταράκι.

ΣΤΕΛΙΟΣ: Κι άλλο; Καλά, πάω (Ο Στέλιος φεύγει).

ΛΟΛΑ: Δηλαδή, αυτός ποτέ δεν…

ΚΙΚΗ: Α πα πα… Αυτός έχει μάτια μοναχά για την Ευτέρπη του…

ΝΙΝΑ: Είναι μια μελαχρινή που έχω δει εδώ πέρα;

ΚΙΚΗ: Όχι, την μπερδεύεις με μια από τις αδελφές του, αυτές είναι μελαχρινές. Η Μαριγώ και η Αντριάνα… Η Ευτέρπη είναι ξανθιά και είναι νέα, καμιά δεκαριά χρόνια μικρότερη από τον Αργύρη, μπορεί και περισσότερο.

ΝΙΝΑ: Είναι όμορφη;

ΚΙΚΗ: Είναι κούκλα, κι Αργύρης πια την έχει μη βρέξει και μη στάξει…

ΝΙΝΑ: Αχ, τυχερή…

ΛΟΛΑ: Αλλά, μη νομίζεις, είναι όλο γκρίνια και φωνή… Έχει τύχει δυο τρεις φορές που είχα έρθει εδώ με τον Θέμη, ο Θέμης με έφερνε εδώ τα βράδια για κανένα ποτηράκι, όχι σαν τον Αποστόλη, λοιπόν έχω τύχει και τους είδα, η Ευτέρπη βγάζει γλώσσα μια πήχη στον Αργύρη και μάλιστα μπροστά στους πελάτες…

ΝΙΝΑ: Άντε… Κι ο Αργύρης; Δεν της αστράφτει δυο χαστούκια;

ΛΟΛΑ: Αχ, καημένη, νομίζεις πως όλοι οι άντρες είναι σαν τον Αποστόλη; Ο Αργύρης, παιδί μου, την έχει σαν βασίλισσα, όχι να τη χτυπήσει…

ΝΙΝΑ: Καλά του κάνει τότε… Η γυναίκα το θέλει το χαστούκι της…

ΚΙΚΗ: Αναρωτιέμαι ποιος είναι πιο βλάκας, εσύ ή ο Στέλιος; (Μπαίνει ο Στέλιος).

ΣΤΕΛΙΟΣ: Τι λέτε πάλι για μένα;

ΚΙΚΗ: Λέμε πως μεγάλωσες και πρέπει να παντρευτείς!

ΣΤΕΛΙΟΣ: Όχι!

ΛΟΛΑ: Γιατί όχι, Στελάκη;

ΣΤΕΛΙΟΣ: Να μου λείπει! Οι γυναίκες είναι μπελάς!

ΝΙΝΑ: Και που το ξέρεις εσύ;

ΣΤΕΛΙΟΣ: Το ξέρω, βλέπω το αφεντικό μου, που είναι παντρεμένος, όλο ντέρτια έχει…

ΝΙΝΑ: Και, Στελάκη, γιατί έχει όλο ντέρτια το αφεντικό σου με τη γυναίκα του;

ΣΤΕΛΙΟΣ: Γιατί αυτή όλο παραπονιέται. Της φταίει το ένα, της φταίει το άλλο, της φταίει ο μπακαλιάρος, το σκόρδο, το κρασί, της φταίει το μποστάνι, οι κότες, τα κουνέλια, οι κατσίκες, της φταίει το κρύο, η ζέστη, το πρωί, το μεσημέρι, το βράδυ, της φταίει που έχει τρία παιδιά και λέει την τρελάνανε, δεν θα κάνει άλλα…

ΝΙΝΑ: Κορίτσια, ο Αποστόλης!

ΛΟΛΑ, ΚΙΚΗ: Ο Αποστόλης! Ήρθε! (Έρχεται ο Αποστόλης).

ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ: Γεια σας… Εσύ, φέρε μισόκιλο και μεζέ!

ΣΤΕΛΙΟΣ: Τι μεζέ;

ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ: Τι έχει;

ΣΤΕΛΙΟΣ: Μαρίδα φρέσκια, χταπόδι ξιδάτο μπαγιάτικο, ελιές, τυρί στο βαρέλι…

ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ: Καλά, καλά, βάλε μια τηγανιά μαρίδες κι ένα πιάτο ελιές… Κόψε και καμιά ντομάτα τριαντάφυλλο.

ΣΤΕΛΙΟΣ: Έφτασε! (φεύγει).

ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ: Εσείς κορίτσια δρόμο, στο σπίτι…

ΛΟΛΑ: Να μείνουμε λίγο ακόμα…

ΝΙΝΑ: Νωρίς είναι…

ΚΙΚΗ: Έλα, Αποστόλη…

Ο Αποστόλης τις κοιτάζει, αυτές τα μαζεύουν και φεύγουν. Ο Αποστόλης βάζει δίσκο στο γραμμόφωνο και ανάβει τσιγάρο.

ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ

Ο Αποστόλης κάθεται. Ο Στέλιος βγαίνει από την κουζίνα κουβαλώντας.

ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ: Έλα, επιτέλους! Μέχρι να κουνήσεις το ένα ποδάρι, το άλλο πιάνει αράχνες!

ΣΤΕΛΙΟΣ: Σιγά, κύριε! Δυο χέρια έχουμε, δεν έχουμε δεκατέσσερα… Τι να σου πρωτοκάνω με δυο χέρια; Αν είχα δεκατέσσερα, μάλιστα. Δύο θα έκοβα το ψωμί, δύο θα έβαζα το κρασί, δύο θα πρόσεχα το τηγάνι, δύο…

ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ: Κόφτο! Σταμάτα! Με γάνιασες!

ΣΤΕΛΙΟΣ: Γιατί, κύριε; Δεν έχουμε δηλαδή δικαίωμα να μιλάμε;

ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ: Όχι!

ΣΤΕΛΙΟΣ: Πως όχι; Ποιος το απαγορεύει, δηλαδή;

ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ: Εγώ! Φύγε παιδάκι μου, άντε μέσα, άντε πνίξου στη θάλασσα, άντε πάγαινε, επιτέλους! (τον σπρώχνει. Μπαίνει ο Αργύρης. Κρατάει πακέτα).

ΑΡΓΥΡΗΣ: Καλημέρα Αποστόλη. Τι έγινε, Στέλιο;

ΣΤΕΛΙΟΣ: Καλημέρα αφεντικό.

ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ: Καλημέρα. Δηλαδή, τι καλή, μας τη χάλασε ο μαντράχαλος με την πολυλογία του.

ΑΡΓΥΡΗΣ: Έλα τώρα Αποστόλη, με τον Στέλιο τα βάζεις;

ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ: Ναι, με το Στέλιο! Αλλά τα φταις εσύ, τι τον αφήνεις να κρατάει ολόκληρο μαγαζί και να ταλαιπωρεί τους πελάτες;

ΑΡΓΥΡΗΣ: Πρώτα πρώτα… Στέλιο, πετάξου στο μπαξέ και κόψε δυο τρεις ντομάτες, γινωμένες… Άντε, σβέλτα! (Ο Στέλιος φεύγει). Λοιπόν, Αποστόλη, πρώτα πρώτα δεν ταιριάζει να τα βάζεις με τον άτυχο το Στέλιο…

ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ: Εγώ…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Περίμενε. Δεύτερον, εδώ είναι το δικό μου το μαγαζί και κάνω κουμάντο εγώ, όπως κάνεις κι εσύ στο δικό σου, λοιπόν θα έχω γκαρσόνι όποιον θέλω εγώ!

ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ: Άκουσε…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Ο Στέλιος είναι παραγιός, αλλά για μένα είναι σαν αδερφός μου… Γι αυτό σε παρακαλώ να τον σεβαστείς.

ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ: Αλλιώς, τι;

ΑΡΓΥΡΗΣ: Αλλιώς να μην ξαναπατήσεις εδώ, κι εσύ και το χαρέμι σου!

ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ: Δηλαδή, για χάρη αυτού του βλάκα, διώχνεις εμένα;

ΑΡΓΥΡΗΣ: Δε σε διώχνω, σε θέλω πελάτη. Δε μου περισσεύουν οι πελάτες εδώ κάτω… Αλλά, όλα έχουν κι ένα όριο!

ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ: Δε φταις εσύ, εμείς φταίμε, που ερχόμαστε στην παλιοταβέρνα σου! Χαρά στην ταβέρνα και χαρά στα μούτρα! Κερατά!

ΑΡΓΥΡΗΣ: Τι είπες;

ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ: Αυτό που άκουσες! Κάνεις ότι τάχα δεν το ξέρεις;

ΑΡΓΥΡΗΣ: Τι να ξέρω;

ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ: Αυτό που ξέρουν όλοι στο καφενείο του Μπάτη…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Αποστόλη, μη με τρελαίνεις… Τι θέλεις να πεις;

ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ: Καλά, φαίνεται πως δεν είναι μονάχα ο Στέλιος ηλίθιος εδώ πέρα… Η γυναίκα σου έχει νταλαβέρι με άλλον! Το κατάλαβες τώρα;

ΑΡΓΥΡΗΣ: Μα… πως… ποιόν…

ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ: Α, ρώτα την να σου πει… να μάθεις κιόλας να φέρεσαι στους καλούς πελάτες και στο χαρέμι τους… (Αφήνει ένα κέρμα στο τραπέζι). Τα ρέστα του μικρού! Καλημέρα.

ΑΡΓΥΡΗΣ: Έλα δω! Θα μου πεις ό,τι ξέρεις, χαρτί και καλαμάρι…

ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ: Μπα, δεν είμαι υποχρεωμένος…

ΑΡΓΥΡΗΣ: …γιατί θα σου κόψω τα πόδια σύρριζα, παλιονταβατζή!

ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ: Καλά, καλά, σε καταλαβαίνω… Να μωρέ, σαχλαμάρες… Ήταν εκεί στο καφενείο δυο τρεις και κουτσομπολεύανε ότι έχεις όμορφη γυναίκα, αλλά δεν είναι φρόνιμη…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Μόνο αυτό;

ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ: Ε, ο κόσμος είναι μυστήριος… Να, λέγανε πως την είδανε κάτι μάτια, ραντεβουδάκι, εκεί πίσω στον Προφήτη Ηλία…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Τι μάτια; Λέγε!

ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ: Μάτια γλαρά… Που να ξέρω, καημένε…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Με ποιόν;

ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ: Ούτε αυτό το ξέρω… Αλλά μη δίνεις σημασία, αυτά είναι λόγια του αέρα…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Του αέρα είναι!

ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ: Γιατί, κύριε, πως είναι δυνατόν, η γυναίκα του Αργύρη, που είναι βαμμένος βενιζελικός, να τα έχει με χωροφύλακα του Μεταξά; Γίνεται;

ΑΡΓΥΡΗΣ: Χω… χωρο…

ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ: …φύλακα, ναι! Άκουσε φίλε μου τι κάθεται και φαντάζεται ο κόσμος! Εγώ πάντως δεν πιστεύω τίποτα απ΄ αυτά. Λοιπόν πηγαίνω, και ό,τι είπαμε, ψωμί κι αλάτι. Εντάξει;

ΑΡΓΥΡΗΣ: Εντάξει…(Ο Αποστόλης φεύγει).

ΑΡΓΥΡΗΣ: Θα τρελαθώ… Η Ευτέρπη… Δε μπορεί, δε γίνεται, δεν το πιστεύω… Ακούς, ραντεβού στον προφήτη Ηλία, με χωροφύλακα… Σαχλαμάρες… Αλλά υπάρχει καπνός χωρίς φωτιά; Τώρα τελευταία, η Ευτέρπη έχει αλλάξει… Πολλά νεύρα, πολλή γκρίνια… Λέω είναι τα παιδιά, οι ευθύνες, η κούραση… Αν όμως τα βάλουμε μαζί… Θεέ μου, όχι… Μη μου το δώσεις αυτό το πικρό ποτήρι… Πρέπει να μάθω, πρέπει να ψάξω, να σιγουρευτώ… να σιγουρευτώ ότι… όχι, δεν μπορώ ούτε να το σκέφτομαι… (Μπαίνει ο Στέλιος).

ΣΤΕΛΙΟΣ: Αφεντικό, ντομάτες μου είπες να κόψω ή πιπεριές;

ΑΡΓΥΡΗΣ: (δεν απαντά).

ΣΤΕΛΙΟΣ: Αφεντικό, τα μπέρδεψα. Μέχρι να πάω, έλεγα ντομάτες. Μόλις έφτασα στο μπαξέ θυμήθηκα ότι έχουμε ντομάτες στην κουζίνα, πιπεριές θα μου είπε το αφεντικό. Κάνω να κόψω πιπεριές, αλλά θυμήθηκα ότι είχα μαζέψει το πρωί πιπεριές και…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Πάψε! Πάψε! Φύγε, άσε με!

ΣΤΕΛΙΟΣ: Αφεντικό…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Άει σιχτίρ κι εσύ! (φεύγει).

ΣΤΕΛΙΟΣ: Καλά, τι τον έπιασε τώρα; Δεν είναι καλά αυτός, χάζεψε… Αφού έχουμε κομμένες και ντομάτες και πιπεριές! Πάλι καλά που είμαι κι εγώ εδώ μέσα και τους κρατάω σε τάξη! (Φεύγει κι αυτός).

ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ

Στη σκηνή ο Αργύρης.

ΑΡΓΥΡΗΣ: Μέρα κι αυτή σήμερα… Αλλά τώρα που φύγανε όλοι, με τι καρδιά να πάω στο κρεβάτι μου… Πως ν’ απλώσω το χέρι μου και να την αγκαλιάσω, όταν ξέρω ότι… Μένω κι εγώ σαν τον βρικόλακα όλη νύχτα ξάγρυπνος και τυραννιέμαι… (Μπαίνει ο Στέλιος, αγουροξυπνημένος).

ΣΤΕΛΙΟΣ: Αφεντικό, ξημέρωσε;

ΑΡΓΥΡΗΣ: Όχι, η ώρα είναι πέντε… Τράβα πάλι να ξαπλώσεις.

ΣΤΕΛΙΟΣ: Εσύ γιατί δεν κοιμάσαι, αφεντικό;

ΑΡΓΥΡΗΣ: Άλλο εγώ, εσύ να κοιμηθείς, που είσαι πάνω στην ανάπτυξη…

ΣΤΕΛΙΟΣ: Μπα, χόρτασα ύπνο… Να σου κάνω παρέα;

ΑΡΓΥΡΗΣ: Εντάξει. Φτιάξε δυο καφέδες, αλλά μη βάλεις πάλι αλάτι αντί για ζάχαρη…

ΣΤΕΛΙΟΣ: Ακόμα το θυμάσαι αφεντικό; Αφού είχανε μπερδευτεί τα κουτιά - και εγώ…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Στέλιο, άσε τα παλιά, τώρα δεν πρέπει να γίνει λάθος. Εσύ να μην χαλάσεις τον καφέ κι εγώ να μην χαλάσω τη ζωή μου…

ΣΤΕΛΙΟΣ: Τι λες εκεί, αφεντικό;

ΑΡΓΥΡΗΣ: Τίποτα Στέλιο, δικές μου έγνοιες… Τι να κάνω; Να τον παραφύλαγα τον άτιμο και να τον σκότωνα – δεν είναι αυτά για μένα. Να τον σάπιζα στο ξύλο – ακόμα χειρότερα, τότε είναι που θα πάει μαζί του η Ευτέρπη για τα καλά… άσε που θα μου πλακώσει εδώ όλη η μπασκιναρία του Πειραιά και θάχω κακά ξεμπερδέματα… Μα πως δεν το σκέφτηκα; Αυτός είναι χωροφύλακας και η χωροφυλακή τους έχει σε πειθαρχία… Αν πάω στον διοικητή του και του πω το και το, θα τον περιμαζέψουν! Μπορεί και να τον στείλουν αλλού… Αυτό είναι!

ΣΤΕΛΙΟΣ: Ποιο είναι, αφεντικό;

ΑΡΓΥΡΗΣ: Βέβαια! Δε μπορούν αν αφήσουν έναν εργένη με στολή να νταραβερίζεται με μια παντρεμένη γυναίκα – και μάνα! Θα του σφίξουν τα λουριά και θα γλιτώσω από δαύτον!

ΣΤΕΛΙΟΣ: Από ποιόν, αφεντικό;

ΑΡΓΥΡΗΣ: Από τον κακό μου δαίμονα, Στέλιο…

ΣΤΕΛΙΟΣ: Αυτό δε γίνεται, αφεντικό.

ΑΡΓΥΡΗΣ: Γιατί δε γίνεται;

ΣΤΕΛΙΟΣ: Γιατί τον κακό δαίμονα τον έχουμε μέσα μας. Πώς να γλιτώσουμε απ΄ αυτόν, χωρίς να χαθούμε εμείς οι ίδιοι;

ΑΡΓΥΡΗΣ: Τι λες μωρέ; Που το ξέρεις αυτό;

ΣΤΕΛΙΟΣ: Κάτι ξέρω κι εγώ, αφεντικό, ας με λένε χαζό. Εσένα, ποιος είναι ο δαίμονάς σου;

ΑΡΓΥΡΗΣ: Άφησε τώρα… Το δύσκολο δεν είναι ο χωροφύλακας, το δύσκολο είναι η Ευτέρπη… Μ΄ αυτήν να δω τι θα κάνω… Θα το καταπιώ αυτό που έγινε… Δεν υπάρχει για μένα ζωή χωρίς αυτήν… Αλλά πώς να τα κανονίσω;

ΣΤΕΛΙΟΣ: Ποια να κανονίσεις;

ΑΡΓΥΡΗΣ: Τη σχέση… τις ισορροπίες… το κέντρο βάρους… Κατάλαβες;

ΣΤΕΛΙΟΣ: Αφεντικό, είσαι καλά; Απ΄ όσα λες δεν καταλαβαίνω τίποτα!

ΑΡΓΥΡΗΣ: Γι αυτό στα λέω κι εγώ… Κάπου πρέπει να τα πω, θα σκάσω! Εσύ Στέλιο είσαι ο καλύτερος γι’ αυτή τη δουλειά, ν’ ακούς, γιατί ζεις στον κόσμο σου και δεν καταλαβαίνεις…

ΣΤΕΛΙΟΣ: Τώρα με λες κι εσύ χαζό;

ΑΡΓΥΡΗΣ: Όχι, όχι… εσύ έχεις τη δική σου εξυπνάδα!

ΣΤΕΛΙΟΣ: Α! Να βάλω και λουκούμια με τον καφέ;

ΑΡΓΥΡΗΣ: Βάλε για σένα… Εγώ πρέπει να πιω το πικρό ποτήρι μέχρι το τέλος. Να πνίξω τη ζήλια, το μαύρο φίδι, που μου δαγκώνει την καρδιά, να ενεργήσω λογικά, ψύχραιμα, με σχέδιο. Ως τώρα, ό,τι ήθελε η Ευτέρπη, να μη στεναχωρηθεί σε τίποτα η Ευτέρπη… Αυτό ήταν το λάθος!

ΣΤΕΛΙΟΣ: Αφεντικό, να βάλω και το δικό σου λουκούμι και να το φάω εγώ;

ΑΡΓΥΡΗΣ: Κάνε ό,τι θέλεις… Από δω και πέρα αλλάζω τακτική: ο έρωτας έρωτας, αλλά πρέπει να καταλάβει ποια είναι η θέση της, ποιος κάνει κουμάντο!

ΣΤΕΛΙΟΣ: Ποιος κάνει κουμάντο;

ΑΡΓΥΡΗΣ: Εγώ! Εγώ έχω το μυαλό, τη δύναμη, τη θέληση! Εγώ!

ΣΤΕΛΙΟΣ: Καλά, αφεντικό, μη θυμώνεις.

ΑΡΓΥΡΗΣ: Η λογική, Στέλιο, είναι το σπουδαιότερο χάρισμα του ανθρώπου! Μπορεί να λύσει ακόμα και το δυσκολότερο πρόβλημα!

ΣΤΕΛΙΟΣ: Δε νομίζω…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Μην είσαι άπιστος μπροστά στη λογική και τη θέληση του ανθρώπου!

ΣΤΕΛΙΟΣ: Λογική και θέληση… Αυτά, πάνε μαζί;

ΑΡΓΥΡΗΣ: Βέβαια! Η λογική βλέπει, καταλαβαίνει, σχεδιάζει και η θέληση έρχεται και καθαρίζει το τοπίο.

ΣΤΕΛΙΟΣ: Το καθαρίζει; Σκουπιδιάρης είναι η λογική, αφεντικό;

ΑΡΓΥΡΗΣ: Καμιά φορά γίνεται και σκουπιδιάρης…

ΣΤΕΛΙΟΣ: Μου αρέσουν αυτές οι κουβέντες, αλλά δε μπορώ να καταλάβω τι σχέση έχει η θέληση με τα σκουπίδια…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Όχι κατά γράμμα βρε Στέλιο… Τρόπος του λέγειν…

ΣΤΕΛΙΟΣ: Έτοιμοι οι καφέδες και τα λουκούμια! Που να τα φέρω;

ΑΡΓΥΡΗΣ: Εκεί, μπροστά… Σε λίγο θα προβάλλει ο ήλιος πίσω από τους λόφους και η θάλασσα θ’ αρχίσει να βάφεται με χίλια χρώματα…

ΣΤΕΛΙΟΣ: Αυτό το καταλαβαίνω, γιατί κι εμένα μου αρέσει να χαζεύω τα χρώματα της θάλασσας και του ουρανού… Γιατί χαμογελάς, αφεντικό;

ΑΡΓΥΡΗΣ: Γιατί βρήκα τη λύση που έψαχνα, Στέλιο, και αλάφρωσε η καρδιά μου!

ΣΤΕΛΙΟΣ: Μακάρι… Αν άλλαξες γνώμη για το λουκούμι, να πάω να σου φέρω ένα…

ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ

Η Ευτέρπη ταχτοποιεί τις καρέκλες και σκουπίζει τα τραπεζάκια.

ΕΥΤΕΡΠΗ: Που στην ευχή πήγανε όλοι; Σε λίγο θα πλακώσουν οι παρέες και είμαστε ακόμα γης - μαδιάμ. Αλλά βέβαια, ο κύριος Αργύρης κατέβηκε στην Αθήνα, να αγοράσει καινούριους δίσκους… Τουλάχιστον έφερε τίποτα της προκοπής; (Βάζει μια πλάκα στο γραμμόφωνο). Περίεργο, γύρισε και δεν ήρθε να με βρει, να μου παραδώσει το δώρο του… Μια χτένα ή ένα μαντηλάκι ή κανένα καθρεφτάκι, από τα πανέρια… Αχ, καημένε Αργύρη… Κι εγώ πρέπει να χαρώ, να τον ευχαριστήσω, να τον φιλήσω… στο μάγουλο δηλαδή, αλλά αυτός θα το κρατήσει στο μυαλό του και μόλις κλείσει η ταβέρνα, θα έρθει με απαιτήσεις… Δε μου φτάνουν όλα τ’ άλλα… (Μπαίνει ο Αργύρης).
ΑΡΓΥΡΗΣ: Ευτέρπη…

ΕΥΤΕΡΠΗ: Ήρθες, επιτέλους; Που χαθήκατε κι εσύ κι εκείνο το θαύμα της φύσεως, ο Στέλιος; Μου έφυγε η μέση να τα φέρω όλα σε λογαριασμό, μόνη μου…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Καλά, πουλί μου, τώρα που ήρθα εγώ, πήγαινε να ξεκουραστείς. Ακούς το καινούριο του Ηλία;

ΕΥΤΕΡΠΗ: Αυτός δεν είναι εκείνος ο μπέκρος, ο χασικλής, που βάφει το μουστάκι του;

ΑΡΓΥΡΗΣ: Χμ, ναι, αλλά φτιάχνει κάτι τραγούδια…

ΕΥΤΕΡΠΗ: Πάω επάνω.

ΑΡΓΥΡΗΣ: Μισό λεπτό…

ΕΥΤΕΡΠΗ: Τι θέλεις;

ΑΡΓΥΡΗΣ: Ε, μια και είμαστε οι δυο μας… Ευτέρπη, να…σ’ αγαπάω.

ΕΥΤΕΡΠΗ: Άφησέ με, χριστιανέ μου, μεσημεριάτικα! Ο κόσμος χάνεται, εσύ εκεί το μυαλό σου!

ΑΡΓΥΡΗΣ: Μα υπάρχει τίποτα καλύτερο από την αγάπη;

ΕΥΤΕΡΠΗ: Την αγάπη, την αγάπη… Που την είδα εγώ την αγάπη; Μόνος σου την έφτιαξες, μόνος σου της τραγουδάς…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Ευτέρπη…

ΕΥΤΕΡΠΗ: Ναι, γιατί, ψέματα λέω; Τι ήξερα εγώ; Ήρθες ξαφνικά στη μάνα μου και της λες επισήμως - αγαπώ την κόρη σου και την θέλω γυναίκα. Πάσχα έκανε η καημένη, έξι μας είχε, εγώ τρίτη στη σειρά. Γιατί διάλεξες εμένα; Ας αγάπαγες την Ιουλία ή την Κατερίνα, τις μεγάλες ή έστω κάποια από τις μικρές. Η μάνα μου δεν ήξερε τι να μας κάνει, πώς να μας ταΐσει κι έρχεσαι εσύ, σοβαρός, μουστακαλής, πρόσφυγας μεν, αλλά άντρας, με δαχτυλίδι στο χέρι. Εμένα δεν με ρώτησε κανείς… Ήξερα από αγάπη όσα ξέρει κι ένας λαγός από σταυροβελονιά…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Αλλά ζούμε μαζί τόσα χρόνια… Κάναμε τρία παιδιά…

ΕΥΤΕΡΠΗ: Ναι πως… Πάνω στο δεύτερο άρχισα να μπαίνω στο νόημα, πως γίνονται τα παιδιά… Όλα γίνανε χωρίς εμένα… Εγώ ήμουνα εκεί, μια κούκλα, ένα παιγνίδι, εσύ έκανες, έρανες, σηκωνόσουν ευχαριστημένος κι εγώ έκλαιγα κρυφά, έκανα υπομονή κι έλεγα "αυτός είναι η μοίρα σου, αυτός σου έλαχε, μη μιλάς, μην τον στεναχωρείς…" Που την είδες την αγάπη;

ΑΡΓΥΡΗΣ: Ποτέ, τόσα χρόνια, δεν ένοιωσες κάτι για μένα;

ΕΥΤΕΡΠΗ: Πως, ένοιωσα… Και πολύ δυνατά μάλιστα! Αηδία! Απελπισία! Μίσος! Κάθε πρωί αντικρίζω το πρόσωπό μου στον καθρέφτη και κλαίω μέσα μου, γιατί βλέπω τα νιάτα μου που πάνε χαράμι και τα χρόνια που έρχονται, με σένα πλάι μου, μαύρα και σκοτεινά…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Ευτέρπη…

ΕΥΤΕΡΠΗ: Δεν σ’ αρέσουν αυτά που ακούς; Να μη ρώταγες τότε! Μήπως μου αρέσουν εμένα που τα λέω; Μου αρέσει να τα συλλογιέμαι και να φαρμακώνομαι; Άφησέ με καλύτερα στη στεναχώρια μου και συ - πίνε τα κρασιά σου, γλέντα με τους μπεκρήδες σου, αλλά εμένα άφησέ με ήσυχη!

ΑΡΓΥΡΗΣ: Ε, όχι κυρά μου! Ως εδώ και μη παρέκει! Ποια νομίζεις ότι είσαι, καμιά πριγκιποπούλα του παραμυθιού; Σύνελθε! Από τις λάσπες σε πήρα και σ’ έκανα άνθρωπο. Εγώ σε έμαθα να μιλάς, εγώ σε έμαθα να σκέφτεσαι…

ΕΥΤΕΡΠΗ: Τότε να μην παραπονιέσαι επειδή σκέφτομαι και μιλάω!

ΑΡΓΥΡΗΣ: Τώρα σκέφτεσαι χωρίς μυαλό και ούτε καταλαβαίνεις τι σημαίνουν αυτά που λες! Άνοιξε τα μάτια σου, δε βλέπεις γύρω σου τη δυστυχία, τη φτώχεια; Δε βλέπεις τι τραβάνε οι κοπέλες για ένα κομμάτι ψωμί; Δες τις γυναίκες του Αποστόλη, δες τις εργάτριες σε όλον τον Πειραιά, δες τις υπηρέτριες ή και όσες περιμένουν μονάχα από τον άντρα τους, χωρίς να δουλεύουν…

ΕΥΤΕΡΠΗ: Μπορεί όμως αυτές που λες να αγγίζουν τον άντρα τους και να τις αγγίζει ο έρωτας!

ΑΡΓΥΡΗΣ: Α, γι’ αυτό τελευταία δεν θέλεις να σε ζυγώσω…

ΕΥΤΕΡΠΗ: Ναι, έρχεσαι με την κρασίλα σου, την μπακαλιαρίλα σου και θέλεις να χαίρομαι κιόλας…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Κι εγώ ο βλάκας σε ρωτάω…

ΕΥΤΕΡΠΗ: Άμα έχεις ζόρι, πήγαινε με καμιά από αυτές του Αποστόλη!

ΑΡΓΥΡΗΣ: Τι λες; Τι λόγια είναι αυτά;

ΕΥΤΕΡΠΗ: Μη φοβάσαι, δεν θα παρεξηγηθώ αν χάσω την αποκλειστικότητα… Μόνο να μ’ αφήσεις ήσυχη!

ΑΡΓΥΡΗΣ: Ευτέρπη, σε παρακαλώ, λογικέψου!

ΕΥΤΕΡΠΗ: Σα να μου λες "θάψου ζωντανή και μη φωνάζεις!" Ε, όχι Αργύρη, με πνίγει η αδικία, μαζί σου δεν είναι ζωή, είναι μονάχα επιβίωση!

ΑΡΓΥΡΗΣ: Τι είπες;

ΕΥΤΕΡΠΗ: Κοντά σου δεν ζω, υπάρχω μονάχα… Αναπνέω, κοιμάμαι, ξυπνάω, αλλά δεν ζω πραγματικά. Για να ζει ο άνθρωπος, δεν χρειάζεται την αγάπη, την ομορφιά, το πάθος; Εσύ δεν τα λες αυτά;

ΑΡΓΥΡΗΣ: Ναι…

ΕΥΤΕΡΠΗ: Ε, λοιπόν, με σένα δεν έχω ούτε αγάπη, ούτε ομορφιά, ούτε πάθος, ούτε τίποτα! Γι’ αυτό σου λέω ότι δεν ζω δίπλα σου…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Και τα παιδιά;

ΕΥΤΕΡΠΗ: Μην πιάνεις στο στόμα σου τα παιδιά μου! Νομίζεις, κακομοίρη, ότι θα έμενα έστω και μια ώρα παραπάνω κοντά σου, αν δεν ήτανε τα παιδιά; Εξ αιτίας τους μένω.

ΑΡΓΥΡΗΣ: Ώστε αν δεν είχαμε τα παιδιά θα έφευγες… πάει καλά… Έλα, κάθισε λίγο εδώ, να σου πω δυο κουβέντες, ήρεμα, να βγάλουμε άκρη. Κάθισε.

ΕΥΤΕΡΠΗ: Σε ακούω.

ΑΡΓΥΡΗΣ: Με πειράζουν τα σκληρά λόγια που είπες, αλλά ξέρω πολύ καλά ότι δεν είναι αληθινά, ούτε και συ που τα λες τα πιστεύεις. Δίπλα μου μεγάλωσες και σε ξέρω καλύτερα απ’ ό,τι ξέρεις εσύ τον εαυτό σου… Λοιπόν, δεν θα ζητήσω το δίκιο μου τώρα, θα κάνω υπομονή και θα περιμένω καλύτερη περίσταση. Τώρα όμως θέλω να βάλεις καλά στο μυαλό σου μερικά πράγματα… Περίμενε, μη με διακόπτεις! Πρώτα πρώτα, ό,τι και να κάνεις, ό,τι και να λες, εγώ στην αγάπη μου είμαι βράχος, δεν κλονίζομαι. Θα το εκτιμήσεις αυτό, όταν θα καταλάβεις την αξία που έχει. Δεύτερον…

ΕΥΤΕΡΠΗ: Όπως πάντα, έχει και δεύτερον…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Άκουσέ με καλά! Ξέρω ότι δεν είσαι εντάξει απέναντί μου…

ΕΥΤΕΡΠΗ: Τι λες τώρα…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Δεν ήθελα να το πιστέψω, έλεγα πως είναι μονάχα ένα κακό όνειρο, θα ξυπνήσω και θα χαθεί, μέχρι που σε άκουσα πριν από λίγο και κατάλαβα τι γίνεται μέσα στην ψυχή σου.

ΕΥΤΕΡΠΗ: Αργύρη, παραλογίζεσαι…

ΑΡΓΥΡΗΣ: Παραλογίζομαι; Μακάρι να ήταν αλήθεια… Εσύ, όμως, θα το πάρεις απόφαση, μια και καλή: Είσαι γυναίκα δική μου, ακούς; Δική μου! Είσαι μάνα των παιδιών μου και δεν πρόκειται να μας χωρίσει κανείς! Είτε είναι καντηλανάφτης, είτε είναι χωροφύλακας!

ΕΥΤΕΡΠΗ: Τι είπες;

ΑΡΓΥΡΗΣ: Μη φοβάσαι… Τα ξέρω όλα, αλλά δεν θέλω ούτε εξηγήσεις, ούτε λεπτομέρειες. Αλλά: τέρμα, όπου κι αν έχεις φτάσει, ό,τι και αν έχεις κάνει, τέρμα, ως εδώ! Από δω και πέρα το μυαλό σου στο σπίτι σου και τα παιδιά σου…

ΕΥΤΕΡΠΗ: Α, να σου πω! Έχεις τρελαθεί και δεν ξέρεις τι λες! Αρκετά σε ανέχτηκα, αλλά αυτά τα παραμύθια ξεπερνάνε κάθε όριο!

ΑΡΓΥΡΗΣ: Συμμαζέψου, γιατί…

ΕΥΤΕΡΠΗ: Με φοβερίζεις κιόλας; Τι θα κάνεις δηλαδή;

ΑΡΓΥΡΗΣ: Για αρχή, αυτό! (Τη χαστουκίζει δυνατά). Για τη συνέχεια, θα δούμε! (Η Ευτέρπη φεύγει).

ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ

Στη σκηνή η Ευτέρπη, πηγαινοέρχεται. Φτάνει ο Στράτος, αγκαλιάζονται και φιλιούνται.

ΕΥΤΕΡΠΗ: Ήρθες, επιτέλους…

ΣΤΡΑΤΟΣ: Είδα τον άντρα σου να φεύγει προς τα κάτω, το Στέλιο να τραβάει προς τ’ αμπέλια και είπα, τώρα είναι ευκαιρία… Μάτια μου όμορφα…

ΕΥΤΕΡΠΗ: Μη, περίμενε… Τα ξέρει όλα!

ΣΤΡΑΤΟΣ: Τι;

ΕΥΤΕΡΠΗ: Ο Αργύρης… Τα ξέρει όλα.

ΣΤΡΑΤΟΣ: Είσαι σίγουρη;

ΕΥΤΕΡΠΗ: Μου το είπε ο ίδιος… Τι θα κάνουμε;

ΣΤΡΑΤΟΣ: Αυτό που σου λέω τόσον καιρό: Να φύγουμε!

ΕΥΤΕΡΠΗ: Το ξέρεις πως δεν γίνεται… Έχω τα παιδιά…

ΣΤΡΑΤΟΣ: Τα παιδιά… Εγώ σ’ αγαπάω σαν τρελός!

ΕΥΤΕΡΠΗ: Κι εγώ…

ΣΤΡΑΤΟΣ: Τότε, τι τα παιδιά; Θα τα πάρουμε μαζί μας!

ΕΥΤΕΡΠΗ: Αχ, Στράτο… Αλλά που θα πάμε;

ΣΤΡΑΤΟΣ: Στην Αθήνα. Βλέπεις, δε γίνεται να πάμε στο χωριό μου… Θα πάμε στην Αθήνα, σε μια θεία που έχω, χήρα…

ΕΥΤΕΡΠΗ: Θα μας δεχτεί;

ΣΤΡΑΤΟΣ: Μην ανησυχείς, άστο σε μένα…

ΕΥΤΕΡΠΗ: Και η χωροφυλακή;

ΣΤΡΑΤΟΣ: Η χωροφυλακή δεν βολεύεται αλλιώς… Θα φύγω!

ΕΥΤΕΡΠΗ: Θα φύγεις; Και πως θα ζήσεις; Πως θα ζήσουμε;

ΣΤΡΑΤΟΣ: Θα βρω κάποια δουλειά… Έχω φίλους, έχω συγγενείς στην Αθήνα, θα τα φέρω βόλτα… Λοιπόν, εντάξει;

ΕΥΤΕΡΠΗ: Φοβάμαι…

ΣΤΡΑΤΟΣ: Μη φοβάσαι τίποτα! Η ζωή είναι μικρή, δε θέλει και πολύ φρονιμάδα!

ΕΥΤΕΡΠΗ: Ναι, αλλά…

ΣΤΡΑΤΟΣ: Πες μου εσύ το ναι…

ΕΥΤΕΡΠΗ: Ναι…

ΣΤΡΑΤΟΣ: Αυτή είσαι! Μάζεψέ τα, να φύγουμε τώρα!

ΕΥΤΕΡΠΗ: Τώρα; Τα παιδιά δεν είναι ‘δώ, τα έχουν πάρει μαζί τους οι κουνιάδες μου, στην εκκλησία… Αλλά, όλες τις ώρες, είναι εδώ ο Αργύρης…

ΣΤΡΑΤΟΣ: Δεν πειράζει!

ΕΥΤΕΡΠΗ: Μα θα τρελαθεί, θα λυσσάξει, θα μας εμποδίσει, θα γίνει καυγάς, μπορεί να σου κάνει κακό…

ΣΤΡΑΤΟΣ: Σώπα μωρέ, το Αργύρη φοβάσαι; Λοιπόν το βράδυ, μόλις φύγουν οι παρέες…

ΕΥΤΕΡΠΗ: Δε γίνεται βράδυ, τα παιδιά θα κοιμούνται.

ΣΤΡΑΤΟΣ: Τότε αύριο το πρωί.

ΕΥΤΕΡΠΗ: Εντάξει…

ΣΤΡΑΤΟΣ: Πάμε από πίσω;

ΕΥΤΕΡΠΗ: Όχι τώρα, μπορεί να μας δει κανείς…

ΣΤΡΑΤΟΣ: Έλα, μη μου λες όχι…

ΕΥΤΕΡΠΗ: Δε σου λέω όχι… Πώς να σου πω όχι, που σε βλέπω και… Πάμε, αλλά να βιαστούμε… (Φεύγουν).

ΣΚΗΝΗ ΕΚΤΗ

Οι πελάτες έχουν φύγει. Ο Αργύρης συμμαζεύει, το γραμμόφωνο παίζει. Μπαίνει ο Στράτος.

ΣΤΡΑΤΟΣ: Καλησπέρα!

ΑΡΓΥΡΗΣ: Καλησπέρα… Εσύ;

ΣΤΡΑΤΟΣ: Η παρέα μου το διάλυσε, αλλά εγώ δε νυστάζω… Ένα κατοστάρι! (Κάθεται)

ΑΡΓΥΡΗΣ: Κλείνουμε…

ΣΤΡΑΤΟΣ: Έλα τώρα, άντε… Μεζέ δεν θέλω.

ΑΡΓΥΡΗΣ: Καλά… (Ο Αργύρης φεύγει, ο Στράτος σηκώνεται και αλλάζει τραγούδι, ρίχνει μια δυο στροφές. Ο Αργύρης επιστρέφει).

ΣΤΡΑΤΟΣ: Δεν έφερες το δικό σου ποτήρι;

ΑΡΓΥΡΗΣ: Όχι, δεν πίνω…

ΣΤΡΑΤΟΣ: Δεν πίνεις μαζί μου ή γενικά με την βασιλική χωροφυλακή; Γιατί τώρα τελευταία έχεις αρχίσει να ζητάς από τη χωροφυλακή να ταχτοποιήσει τις δουλειές σου… (Η Ευτέρπη τους παρακολουθεί από την άκρη, χωρίς να την έχουν δει).

ΑΡΓΥΡΗΣ: Δεν αφήνουμε την κουβέντα; Πιες το κρασί σου, να κλείσω, είναι αργά…

ΣΤΡΑΤΟΣ: Ξέρεις πως το λένε στο χωριό μου αυτό που έκανες; Σπιουνιά! Δειλία! Μπαμπεσιά!

ΑΡΓΥΡΗΣ: Δεν σε καταλαβαίνω.

ΣΤΡΑΤΟΣ: Με καταλαβαίνεις πολύ καλά! Όπως το κατάλαβε κι ο Φανουράκης, ο μοίραρχος, που με είχε δυο ώρες απάνω και μου ζάλιζε το κεφάλι! Δε μιλάς; Μα τι να πεις, κακομοίρη… Έτσι κάνουν οι άντρες στα μέρη σου, αποκεί που ‘ρθες; Δεν υπάρχει φιλότιμο; Αλλά δεν θα σου περάσει! Τη χωροφυλακή ξέχνα τη, εγώ παραιτούμαι, τα βροντάω χάμω, και δε μπορεί να μου πει κουβέντα όχι ο Φανουράκης, ούτε ο ίδιος ο Άγιος Φανούριος! Αλλά, αυτό που έκανες δεν το χωράει το μυαλό μου… γι’ αυτό ήρθα εδώ τέτοια ώρα, για να σου το πω κατάμουτρα! Αλλά θέλω να ακούσω από το στόμα σου το γιατί. Λοιπόν, σε ρωτάω στα ίσια: Έχεις τίποτα μαζί μου;

ΑΡΓΥΡΗΣ: Ε λοιπόν, έχω!

ΣΤΡΑΤΟΣ: Έχεις; Έτσι μπράβο! Να μου το πεις τότε, να εξηγηθούμε σαν άντρες, οι δυο μας, όχι να κλαίγεσαι στον μοίραρχο!

ΑΡΓΥΡΗΣ: Είπες πολλά, εγώ θα σου πω μοναχά μια κουβέντα: Ο Θεός έκανε πολλές γυναίκες, αμέτρητες. Ψηλές, κοντές, ξανθιές, μελαχρινές… Μια από αυτές είναι η δική μου γυναίκα….

ΣΤΡΑΤΟΣ: Λοιπόν;

ΑΡΓΥΡΗΣ: Λοιπόν ν’ αλλάξεις δρόμο και γειτονιά, γιατί αυτή είναι δικιά μου και θα μείνει δικιά μου!

ΣΤΡΑΤΟΣ: Πω, πω, μεγάλες κουβέντες ο ταβερνιάρης… Και τι θα κάνεις δηλαδή;

ΑΡΓΥΡΗΣ: Όποιος αγγίξει τη γυναίκα μου, θα τον σκοτώσω!

ΣΤΡΑΤΟΣ: Σώπα… Τόσο μοβόρος είσαι;

ΑΡΓΥΡΗΣ: Έχεις το περίστροφο στη μέση και κάνεις τον καμπόσο…

ΣΤΡΑΤΟΣ: Στο περίστροφο είναι το αντριλίκι; Έτσι νομίζεις, σαπιοκοιλιά; Ε, λοιπόν, είσαι όλο λόγια και άντρας μηδέν!

ΑΡΓΥΡΗΣ: Μην το παρατραβάς…

ΣΤΡΑΤΟΣ: Ώστε για το περίστροφο στεναχωριέσαι… Το περίστροφο θέλει αδένες, κακομοίρη, τι να το κάνεις εσύ; Να, πάρτο! (Το βγάζει και του το δίνει. Ο Αργύρης αρνείται). Πάρτο, σου λέω! Τρέμεις, ε; Λοιπόν, το αφήνω στο τραπέζι. Θα βάλω ένα τραγούδι και θα χορέψω κι εσύ, αν είσαι άντρας, πάρτο και ρίξε! (Βάζει το δίσκο, αρχίζει το χορό). Αλλά να ξέρεις, την Ευτέρπη την αγαπάω και μ΄αγαπάει κι αυτή… Ό,τι γουστάρω εγώ το τελειώνω… Απόψε θα την πάρω, τώρα, μόλις τελειώσει ο χορός… Ακούς, χοντρέ; Η ζωή είναι μικρή, δεν θέλει και πολύ φρονιμάδα… (Πλησιάζει ειρωνικά τον Αργύρη, απομακρύνεται). Και τα παιδιά μαζί μας, τι πειράζει; Θα κάνουμε κι άλλα! (Ο Αργύρης παίρνει το περίστροφο). Μπα, τι βλέπω; Ξέρεις να το κρατάς; Ρίξε, αν είσαι άντρας, εδώ, στο στήθος… Δεν τολμάς, δεν έχεις ψυχή… Πώς να μείνει μαζί σου η Ευτέρπη; Δες εμένα! (χορεύει). Χοπ! (Με το τέλος της μουσικής, ο Αργύρης πυροβολεί, πέντε φορές. Ο Στράτος πέφτει. Η Ευτέρπη τρέχει αποπάνω του).

ΕΥΤΕΡΠΗ: Στράτο, Στράτο… Τον σκότωσες! Στράτο…

ΤΕΛΟΣ Α΄ ΠΡΑΞΗΣ

0 Comments:

Post a Comment

<< Home